WHAT ARE YOU LOOKING FOR?

Popular Tags

Slide background
Image

Δημιουργία του κόσμου: Ξεχείλισμα της Θείας Αγάπης

ΟΜΙΛΙΑ  10/2/2024

Ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἕνα ξεχείλισμα τῆς τριαδικῆς Ἀγάπης. Διότι «δέν ἦταν ἀρκετό στόν πανάγαθο Θεό νά κινῆται μόνον στήν θεωρία τοῦ ἑαυτοῦ Του, ἀλλά ἔπρεπε νά ἐκχυθῆ ἡ θεία ἀγαθότητα καί νά ἁπλωθῆ, γιά νά γίνουν περισσότερα τά ὑπό τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ εὐεργετούμενα· καί αὐτό εἶναι γνώρισμα τῆς ἀπείρου θείας ἀγαθότητος», δηλαδή τῆς ἀπείρου θείας ἀγάπης.
Μέ τήν δημιουργία τοῦ κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Τριαδικός Θεός, ὁ ποιητής οὐρανοῦ καί γῆς, ὁρατῶν τέ πάντων καί ἀοράτων, «ἀπό ὑπερβολή ἀγαπητικής ἀγαθότητος, ἐξέρχεται ἔξω ἀπό τόν ἑαυτό Του, μέ τίς πρόνοιές Του γιά ὅλα τα ὄντα. Κατά κάποιο τρόπο ἕλκεται ἀπό ἀγαθότητα, ἀγάπη καί θεῖο ἔρωτα», δημιουργεῖ τόν κόσμο καί προνοεῖ γι’ αὐτόν.

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ

Τό πρῶτο δημιούργημα τῆς θείας ἀγάπης εἶναι οἱ ἐπουράνιες δυνάμεις. Ὁ τρόπος τῆς δημιουργίας τους εἶναι θεοπρεπής καί ἀκατάληπτος: «Ὁ Θεός ἐννοεῖ τίς ἀγγελικές καί οὐράνιες δυνάμεις καί τό ἐννόημα γίνεται ἔργο». Ὁ παντοδύναμος καί πανάγαθος Θεός «δημιούργησε τούς Ἀγγέλους, τούς Ἀρχαγγέλους καί τίς ἄλλες ἀσώματες οὐσίες μόνον ἀπό ἀγαθότητα». Ὁ σκοπός τῆς δημιουργίας τους ἦταν νά μετέχουν, ὡς ὄντα λογικά, στήν θεία μακαριότητα· δηλαδή νά εὐφραίνωνται πάντοτε ἀπό τήν ἀδιάκοπη θεωρία τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ.

Οἱ Ἄγγελοι εἶναι οὐσίες νοερές, ἀεικίνητες καί ἀσώματες. Ὀνομάζονται ἀσώματοι ἐν σχέσει μέ τούς ἀνθρώπους, διότι στήν πραγματικότητα μόνον ὁ Θεός εἶναι ἄυλος καί ἀσώματος. Εἶναι «φῶτα δεύτερα, νοερά, πού δέχονται τόν φωτισμό ἀπό τό πρῶτο καί ἄναρχο Φῶς (τόν Θεό). Οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι δέν χρειάζονται γλώσσα καί ἀκοή, διότι μεταδίδουν μεταξύ τους τίς σκέψεις καί ἀποφάσεις τους χωρίς τόν προφορικό λόγο».
Ἔργο τῶν ἁγίων Ἀγγέλων εἶναι νά ὑμνοῦν τόν Θεό καί νά ὑπηρετοῦν τό θεῖο θέλημά Του. Γιά μᾶς τούς ἀνθρώπους εἶναι οἱ ἀκοίμητοι φύλακες καί βοηθοί σέ ὅλο τόν πνευματικό ἀγῶνα τῆς ἐπιγείου ζωῆς. Κατά τόν ἀποστολικό λόγο, οἱ Ἄγγελοι «εἶναι λειτουργικά πνεύματα καί ἀποστέλλονται γιά νά βοηθήσουν ὅσους πρόκειται νά κληρονομήσουν τήν σωτηρία».

Οἱ ἀγγελικές δυνάμεις χωρίζονται σέ ἐννέα τάγματα. Ἡ πρώτη τριάδα, τά Σεραφίμ, τά Χερουβίμ καί οἱ Θρόνοι, εἶναι ἡ πλησιέστερη στόν Θεό καί γι’ αὐτό ἡ ἀνώτερη. Ἡ δεύτερη τριάδα ἀποτελεῖται ἀπό τίς Κυριότητες, τίς Δυνάμεις καί τίς Ἐξουσίες, ἐνῶ ἡ τρίτη ἀπό τίς Ἀρχές, τούς Ἀρχαγγέλους καί τούς Ἀγγέλους. Ἀνάλογα μέ τήν θέση τους γύρω ἀπό τόν θρόνο τοῦ Θεοῦ εἶναι καί ὁ φωτισμός καί ἡ γνώση πού δέχονται ἀπό Αὐτόν.
Οἱ Ἄγγελοι πλάσθηκαν δυσκίνητοι πρός τό κακό, ἀλλά ὄχι ἀκίνητοι. Γι’ αὐτό ὁ Ἑωσφόρος, ἐνῶ ἦταν ἄγγελος, καί μάλιστα ἀρχηγός τάγματος, «ἔπεσε σάν ἀστραπή ἀπό τόν οὐρανό» -μαζί μέ ἀμέτρητους ἀγγέλους- ἐπειδή ὑπερηφανεύθηκε κατά τοῦ Θεοῦ. Γιά τούς ἀνθρώπους ἔγινε ὁ ἄσπονδος ἐχθρός, διότι φθονεῖ τήν δόξα πού μᾶς ἑτοιμάζεται καί τήν ὁποία αὐτός ἔχασε. Ὀνομάσθηκε διάβολος διότι διαβάλλει (δηλ. κατηγορεῖ) τόν ἄνθρωπο πρός τόν Θεό, τόν Θεό πρός τόν ἄνθρωπο καί τόν ἄνθρωπο πάλι πρός τόν πλησίον του. Εἶναι ὁ πατέρας τοῦ ψεύδους καί ὁ ἐφευρέτης κάθε κακίας.
Οἱ Ἄγγελοι πού παρέμειναν σταθεροί κοντά στόν Θεό ἔλαβαν τό χάρισμα τῆς τέλειας ἀτρεψίας καί ἀκινησίας πρός τό κακό. Τό ἔλαβαν μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ, διότι «ἔμαθαν ἔμπρακτα ὅτι ὁ δρόμος πού ἐξυψώνει καί ὁδηγεῖ στήν ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι ἡ ἔπαρση ἀλλά ἡ ταπείνωση».

Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Ἡ δημιουργία ὁλόκληρη κηρύττει τήν ἀγάπη καί τήν σοφία τοῦ Δημιουργοῦ, καί ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στήν δοξολογία Του. Λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος: «Πρόσεξε νά μάθης ὅτι ὁ οὐρανός σιωπώντας μιλᾶ. Ὅταν δηλαδή ἰδῆς τήν ὀμορφιά του, τό μέγεθος, … τήν ἀκτινοβολία του, καί τά σκεφθῆς ὅλα αὐτά, θά δοξάσης τόν Δημιουργό καί θά ἐγκωμιάσης τόν Πλάστη. Τότε ὁ οὐρανός μιλᾶ, ἀφοῦ μέ τήν γλῶσσα σου δοξολόγησες τόν Θεό. Καί αὐτό εἶναι ἐκεῖνο πού ἔχει λεχθῆ: «Οἱ οὐρανοί διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ». Πρίν δημιουργήση ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο, ὁ νοερός κόσμος τῶν Ἀγγέλων καί ὁ αἰσθητός κόσμος «ἔφεραν μέσα τους τό μεγαλεῖο του δημιουργοῦ Λόγου, σιωπηλοί ἐγκωμιαστές καί μεγαλόφωνοι κήρυκες τῆς μεγαλουργίας». Ἡ δημιουργία ὁλόκληρη, ἀπό τόν θαυμαστό μικρόκοσμο μέχρι τούς μακρινούς γαλαξίες, κηρύττει τήν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξη τοῦ κόσμου εἶναι μία αἰώνια δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός «ἔθεσε ἐνώπιόν μας τόν κόσμο αὐτό, σάν μουσικό ὄργανο παναρμόνιο, τό ὁποῖο παντοῦ ἐκπέμπει ἤχους καί διακηρύττει τόν Δημιουργό».
Ἡ τάξη πού ἐπικρατεῖ στήν δημιουργία «εἶναι μία μουσική ἁρμονία ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μεγαλειώδη ὑμνωδία τῆς παντοκρατορικῆς θείας δυνάμεως… Διότι ἡ σύμπνοια καί ἡ ἁρμονική σχέση ὅλων τῶν δημιουργημάτων μεταξύ τους, ρυθμισμένη μέ τάξη, εὐκοσμία καί συμφωνία, εἶναι ἡ πρώτη, ἀρχέτυπη καί ἀληθινή μουσική. Τήν μουσική αὐτή ἀποδίδει μέ σοφία καί τέχνη ὁ Κυβερνήτης τοῦ παντός, μέ ὅσα πάντοτε ἐνεργεῖ μέ τήν ἄρρητη λογική της σοφίας Του».
Ὁ ἄνθρωπος θαυμάζει τήν ὀμορφιά, τό μέγεθος καί τήν ἁρμονία στήν κτίση, καί ὁδηγεῖται στήν πίστη καί στήν δοξολογία τοῦ Κτίστου: «Ἀπό τό μεγαλεῖο καί τήν ὡραιότητα τῶν κτισμάτων, ἐξ ἀναλογίας κατανοεῖται Ἐκεῖνος πού τά δημιούργησε». Ὅταν ὅμως ἡ ἁμαρτία σκοτίση τόν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, τόν ὁδηγῆ εἴτε στό νά θεοποιήση τά κτίσματα (εἰδωλολατρία) εἴτε στό νά πιστεύση ὅτι δέν ὑπάρχει Θεός (ἀθεΐα), καί ὅτι ὅλα ἔγιναν στήν τύχη. Αὐτό τό τελευταῖο εἶναι ἡ πλάνη τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου, πού χρησιμοποιεῖ τά ἐπιτεύγματα τῆς ἐπιστήμης μόνο γιά νά αὐξήση τόν ἐγωισμό του καί νά ἀπομακρυνθῆ ἀπό τόν Θεό, καί εἶναι χειρότερη ἀνοησία ἀπό τήν εἰδωλολατρία.

Ἡ κτίση κηρύττει ὅτι ὑπάρχει Θεός καί καλεῖ τόν ἄνθρωπο νά ἀνέβη μέ τόν νοῦ του στά ἀόρατα τοῦ Θεοῦ, τήν σοφία, τήν δύναμη, τήν ὡραιότητα καί τήν ἀγάπη Του: «Ἀπό τότε πού δημιουργήθηκε ὁ κόσμος, οἱ ἀόρατες ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ, δηλαδή ἡ αἰώνια δύναμή Του καί ἡ μεγαλειότητά Του, γίνονται κατανοητές διά μέσου των δημιουργημάτων». Αὐτή τήν ἄνοδο ἀπό τά ὁρατά στά ἀόρατα μᾶς καλεῖ νά κάνουμε ὁ μέγας Βασίλειος: «Ἄν τά ὁρατά εἶναι τόσο ὄμορφα, τί θά εἶναι τά ἀόρατα; … Ἄν αὐτός ὁ ἥλιος πού ὑπόκειται στήν φθορά εἶναι τόσο ὡραῖος, τόσο μεγάλος, … τότε τί ὡραιότητα θά ἔχη ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, ὁ Χριστός;»
Ὁ Θεός πρίν ἀκόμη δημιουργήση τόν ἄνθρωπο φανέρωσε τήν ἀγάπη Του γι’ αὐτόν: «Πρίν ἀπό μας, γιά χάρη μας, ἔπλασε τούς Ἀγγέλους γιά νά ἀποστέλλωνται ὡς διάκονοι, … διά τούς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν. Πρίν ἀπό μᾶς, γιά χάρη μας, ἔστησε τόν θόλο τοῦ οὐρανοῦ, … θεμελίωσε τήν γῆ, ἅπλωσε τήν θάλασσα … Τόν αἰσθητό αὐτό κόσμο κατασκεύασε ὁ Θεός σάν ἕνα καθρέπτη τῶν ὑπερκοσμίων, ὥστε μέ τήν πνευματική θεωρία του νά ἀνεβαίνουμε, σάν μέ θαυμάσια κλίμακα, πρός τά ὑπερκόσμια».

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Ὁ Θεός δημιούργησε ἀρχικά τίς ἀγγελικές Δυνάμεις καί ἐν συνεχείᾳ τόν ὁρατό κόσμο. Δέν ὑπῆρχε ὅμως ἕνα δημιούργημα στό ὁποῖο νά ἑνώνεται ὁ ἀόρατος καί ὁ ὁρατός κόσμος, «καί δέν ἦταν ἀκόμη γνωστός ὁλόκληρος ὁ πλοῦτος τῆς ἀγαθότητος» τοῦ Θεοῦ. Δημιουργεῖ, λοιπόν, ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο καί τόν τοποθετεῖ ἐπάνω στή γῆ «σάν ἄλλον Ἄγγελο καί σάν ἕνα δεύτερο κόσμο, μεγάλο μέσα στόν μικρό (τόν αἰσθητό) … ἐπίγειο καί οὐράνιο, πρόσκαιρο καί ἀθάνατο, ὁρατό καί νοούμενο».

Ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι καρπός τῆς θείας ἀγάπης, καί ὁ σκοπός, γιά τόν ὁποῖο πλάσθηκε, ἦταν νά γίνη κοινωνός τῶν θείων ἀγαθῶν. Διότι «δέν ἔπρεπε νά εἶναι ἀθέατο τό φῶς, οὔτε ἡ θεία δόξα νά εἶναι χωρίς μάρτυρες. Δέν ἔπρεπε νά παραμένη ἀναπόλαυστη ἡ ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, οὔτε νά μένουν ἀνενεργά ὅλα τά ἄλλα τά περί τήν θεία φύση ἀγαθά, χωρίς δηλαδή νά ὑπάρχη κάποιος πού νά εἶναι μέτοχός τους καί νά ὠφελῆται ἀπό αὐτά».
Ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε ἀπό τόν Θεό γιά νά γίνη κοινωνός τῶν ἀγαθῶν Του. «Ἔπρεπε λοιπόν νά ἔχη στήν φύση του κάτι συγγενικό μέ ἐκεῖνο στό ὁποῖο θά μετεῖχε. Γι’ αὐτό στολίσθηκε μέ τήν ζωή καί τόν λόγο, μέ τήν σοφία καί μέ ὅλα τά θεοπρεπῆ ἀγαθά, ὥστε μέ καθένα ἀπό αὐτά νά μπορῆ νά ἐπιθυμῆ τό ἀντίστοιχο θεῖο ἀγαθό… Αὐτά ὅλα ἡ περιγραφή τῆς κοσμογονίας τά δήλωσε περιληπτικά μέ μία φράση, λέγοντας ὅτι ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε κατ’ εἰκόνα Θεοῦ».

Ὁ ἄνθρωπος «δημιουργήθηκε γιά νά ἐξουσιάζη τά ἄλλα δημιουργήματα, ἐξ αἰτίας τῆς ὁμοιότητος μέ τόν Βασιλέα τοῦ σύμπαντος». Κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ, «ὅταν ὁ Θεός δημιούργησε τόν προπάτορά μας Ἀδάμ κατ’ εἰκόνα καί ὁμοίωσή Του … μαζί μέ τήν ψυχή ἐνέπνευσε σ’ αὐτόν καί τήν χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία τόν διατηροῦσε σέ πνευματική νεότητα καί ἐπιμελεῖτο σ’ αὐτόν τήν ὁμοίωση μέ τόν Θεό». Μέ αὐτές τίς δωρεές τίμησε ὁ Δημιουργός τόν ἄνθρωπο, ὥστε αὐτός νά ὁδηγῆται ἀβίαστα στήν πηγή κάθε ἀγαθοῦ -τόν Θεό- καί νά ζῆ ὡς ἄγγελος ἐπίγειος.
Στήν φράση Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν οἱ ἅγιοι Πατέρες διεῖδαν τήν ἰδιαίτερη τιμή πού γίνεται στόν ἄνθρωπο, ὥστε μέ κοινή βούληση τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νά πλασθῆ αὐτός ὡς εἰκόνα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.

Χαρά καί ἀγαλλίαση τοῦ πρώτου ἀνθρώπου ἦταν ἡ δοξολογία τοῦ Θεοῦ καί ἡ συνομιλία μαζί Του. Τό ὕψιστο ἀγαθό πού δωρήθηκε στόν ἄνθρωπο ἦταν τό «νά παραμένη κοντά στόν Θεό, καί διά τῆς ἀγάπης νά ἑνωθῆ μαζί Του». Μέσα στόν Παράδεισο ὁ ἄνθρωπος ἔζησε τήν πρώτη θεανθρώπινη κοινωνία. «Εἶχε ὡς κατοικία τόν ἔνοικό του Θεό … Ἦταν ντυμένος τήν χάρι Του καί ἀπελάμβανε τόν μοναδικό γλυκύτατο καρπό: τήν θεωρία τοῦ προσώπου Του … Τρεφόταν μέ αὐτήν τήν θεωρία, ἡ ὁποία ἄξια ἔχει ὀνομασθῆ ξύλον τῆς ζωῆς. Διότι ἡ γλυκύτητα τῆς θείας κοινωνίας μεταδίδει, σέ ὅσους γίνονται μέτοχοί της, ζωή πού δέν διακόπτεται ἀπό τόν θάνατο».

Ὁ Θεός δημιούργησε τόν ἄνθρωπο ὡς κόσμημα (δηλαδή στολίδι) τοῦ κόσμου: «κόσμον τοῦ κόσμου». Καί ὅλα τα ἀγαθά Του τά ἔδωσε στόν ἄνθρωπο θεοπρεπῶς, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά τά αἰσθάνεται δικά του. Γι’ αὐτό μαζί μέ ὅλα τά ἀγαθά ὁ Θεός ἔδωσε στόν ἄνθρωπο τήν ἐλευθερία, «ὥστε τό ἀγαθό νά μήν ἀνήκη λιγώτερο στόν ἄνθρωπο πού τό διαλέγει ἐλεύθερα, ἀπ’ ὅ,τι στόν Θεό πού τό δωρίζει». Ἡ πορεία τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό ἔπρεπε νά εἶναι ἔργο ἐλευθερίας καί ὄχι καταναγκασμοῦ. Ἄν ὁ ἄνθρωπος δέν ἦταν ἐλεύθερος, δέν θά χαιρόταν τίς θεῖες δωρεές.
«Ὁ Θεός μᾶς ἔπλασε γιά νά γίνουμε κοινωνοί θείας φύσεως, γιά νά φανοῦμε ὅμοιοι μέ Αὐτόν θεούμενοι διά τῆς θείας Χάριτος».

Ὁ Θεός ἔδωσε –«ὡς ἐργασία γιά τό αὐτεξούσιο»- ἐντολή στόν Ἀδάμ: «Ἀπό κάθε εἶδος δένδρου πού ὑπάρχει στόν Παράδεισο μπορεῖτε νά φᾶτε. Ἀπό τό δένδρο ὅμως τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ νά μήν φᾶτε. Διότι κατά τήν ἡμέρα πού θά φᾶτε ἀπό τόν καρπό του θά πεθάνετε ὁπωσδήποτε».
Ὁ ἄνθρωπος, εἰκόνα τοῦ ἀρχετύπου κάλλους, ζοῦσε σέ κοινωνία μέ τόν Θεό, ἀλλά δέν παρέμεινε σ’ αὐτήν. Διάλεξε ἀντί τῆς ζωῆς τόν θάνατο. Οἱ συνέπειες τῆς ἐπιλογῆς αὐτῆς ἦταν ὀδυνηρές. Ὁ ἄνθρωπος μετά τήν πτώση «ἀμέσως βρέθηκε ἔξω ἀπό τόν Παράδεισο, ἔξω ἀπό τήν μακαρία ἐκείνη διαβίωση … Ἁμάρτησε ἐξ αἰτίας τῆς κακῆς του προαιρέσεως καί πέθανε ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας. Τά γάρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρυνόταν ἀπό τήν Ζωή, τόσο πλησίαζε στόν θάνατο. Διότι ζωή εἶναι ὁ Θεός, στέρησε δέ τῆς ζωῆς ὁ θάνατος».

Ὁ θάνατος πού βίωσε ὁ πρωτόπλαστος μετά τήν παρακοή ἦταν ὁ θάνατος τῆς ψυχῆς. Ἀργότερα ἀκολούθησε καί ὁ σωματικός θάνατος, «γιά νά μήν γίνη τό κακό ἀθάνατο. Ἔτσι ἡ τιμωρία γίνεται φιλανθρωπία. Διότι ἔτσι πιστεύω ὅτι τιμωρεῖ ὁ Θεός», συμπεραίνει ὁ Θεολόγος Γρηγόριος.
Μέ τήν ἁμαρτία ὁ ἄνθρωπος ἔπαυσε νά εἶναι ὁ κόσμος (δηλαδή τό στολίδι) τοῦ κόσμου, καί στερήθηκε ὅλα τά θεία ἀγαθά: «Τήν παρρησία πρός τόν Θεό, τήν ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό, τήν διαμονή στόν Παράδεισο, τήν χωρίς θλίψεις ζωή. Ὁ ἄνθρωπος βγῆκε ἀπό τόν Παράδεισο γυμνός, σάν νά προερχόταν ἀπό ναυάγιο».
Τήν ὥρα πού σκέπασε τόν κόσμο τό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας, ὁ Θεός εὐαγγελίζεται τήν ἀνατολή τοῦ Ἡλίου Χριστοῦ. Ὁ λόγος τοῦ Δημιουργοῦ πρός τόν ὄφι-διάβολο Αὐτός σου τηρήσει κεφαλήν, καί σύ τηρήσεις αὐτοῦ πτέρναν, (δηλαδή, ὁ ἀπόγονος τῆς Εὔας θά σοῦ συντρίψη τό κεφάλι, καί σύ θά τοῦ κτυπήσης τήν πτέρνα), ἀναγγέλλει τόν ἐρχομό τοῦ Λυτρωτοῦ. Ὁ Ψαλμωδός προφητεύει τήν σάρκωση τοῦ Χριστοῦ καί προτρέπει νά ἑτοιμάσουμε τήν ὁδό Του: Ὀδοποιήσατε τῷ ἐπιβεβηκότι ἐπί δυσμῶν. Ἡ ἀνάβαση τοῦ Χριστοῦ ἐπί δυσμῶν, «εἶναι ἡ κοινωνία τῆς ἀνθρωπίνης πτωχείας, ἡ ὁποία εἶναι δύση καί μοιάζει μέ τήν νύχτα, ἐάν συγκριθῆ μέ τήν οὐράνια λαμπρότητα».
Μέσα στό πιό βαθύ πνευματικό σκοτάδι ἀχνοφωτίζει ὁ ἐρχομός τῆς ἀνέσπερης Ἀνατολῆς.

Η ΘΕΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Τά θαυμαστά γεγονότα πού ἐργάσθηκε ὁ Θεός, γιά νά μᾶς καταστήσει ἐκ νέου οἰκείους Του, ὀνομάζονται στό σύνολό τους θεία Οἰκονομία. Ὁ μέγας Βασίλειος λέγει: «Ἡ οἰκονομία τοῦ Θεοῦ καί Σωτῆρος μας γιά τόν ἄνθρωπο εἶναι ἀνάκληση ἀπό τήν πτώση καί ἐπάνοδος στήν οἰκειότητα μέ τόν Θεό, ἀπό τήν ἀποξένωση πού προκάλεσε ἡ παρακοή».
Ἡ θεία Οἰκονομία φανερώνει «τήν ἑκούσια συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ ἀπό τό θεϊκό ὕψος» στήν ἀνθρώπινη ταπεινότητα. Τά κυριώτερα γεγονότα τῆς θείας Οἰκονομίας εἶναι ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ, τά φρικτά Πάθη Του, ἡ Ἀνάσταση, ἡ Ἀνάληψή Του, καί ἡ κάθοδος τοῦ Παρακλήτου Πνεύματος.
Μέ διαφόρους τρόπους προσπάθησε ὁ Θεός νά ἐπαναφέρη κοντά Του τόν ὁλοένα ἀπομακρυνόμενο ἄνθρωπο, χωρίς φυσικά νά παραβιάση τήν ἐλευθερία του. «Τόν κάλεσε σέ ἐπιστροφή παιδαγωγώντας τόν μέ πολλούς τρόπους, … μέ θεοφάνειες, … μέ τόν νόμο, μέ τούς Προφῆτες. Ὅλα αὐτά εἶχαν ὡς σκοπό … τήν ἐπάνοδο τοῦ ἀνθρώπου στήν μακαρία ζωή. Ἐπειδή ὅμως ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας εἶχε εἰσέλθη ὁ θάνατος στόν κόσμο, … ἔπρεπε ὁ μελλοντικός λυτρωτής νά εἶναι ἀναμάρτητος, γιά νά μήν εἶναι ὑπόλογος στόν θάνατο ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας. Γιά τόν λόγο αὐτό, δείχνει στό τέλος ὁ Θεός τό μέγα πέλαγος τῆς φιλανθρωπίας Του, καί ὁ Ἴδιος, ὁ Δημιουργός καί Κύριος, ἀναλαμβάνει τόν ἀγῶνα γιά χάρη τοῦ πλάσματός Του».
Σκοπός τῆς θείας Οἰκονομίας ἦταν ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: «Γι’ αὐτό σαρκώθηκε ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ καί ἔγινε ἄνθρωπος, ὥστε ἐκεῖνοι πού πιστεύουν σ’ Αὐτόν νά λαμβάνουν μέσα στήν ψυχή τους, σάν ψυχή, τήν χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
Ὁλόκληρο τό ἔργο τῆς θείας Οἰκονομίας, πού τέλεσε ὁ Χριστός μέ τήν εὐδοκία τοῦ Πατρός καί τήν συνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶχε καί ἔχει ὡς σκοπό νά ἐλευθερώση τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν τυραννία τοῦ Διαβόλου καί τῆς ἁμαρτίας, νά τόν κάνη πνευματοφόρο, καί νά τόν ἐπαναφέρη στό πρωτόκτιστο κάλλος τῆς οὐρανίου Βασιλείας.

Η ΣΑΡΚΩΣΙΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Ἡ ἐν σαρκί φανέρωση τοῦ Θεοῦ εἶναι τό μεγαλύτερο γεγονός ὅλων τῶν αἰώνων. Μέ τήν σάρκωσή Του ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, «ὄντας τέλειος Θεός, γίνεται τέλειος ἄνθρωπος, καί ἔτσι ἐπιτελεῖται τό πραγματικά πρωτοφανές ἀνάμεσα σέ ὅλα τά πρωτοφανῆ, ἤ μᾶλλον, τό μόνο καινόν ὑπό τόν ἥλιον, διά τοῦ ὁποίου ἐμφανίζεται ἡ ἄπειρη δύναμη τοῦ Θεοῦ. Διότι τί μεγαλύτερο ὑπάρχει ἀπό τό νά γίνη ὁ Θεός ἄνθρωπος;». Ὁ ἄπειρος Θεός, κινούμενος ἀπό τήν πατρική Του ἀγάπη, κατέρχεται ἀπό τό ὕψος Του καί γίνεται ταπεινός ἄνθρωπος. Αὐτή «ἡ κάθοδος πρός τό ταπεινό, εἶναι ἕνα ἄφθονο περίσσευμα τῆς δυνάμεως» τοῦ Θεοῦ.
Ἰδιαίτερα ἡ σταυρική θυσία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀπόδειξη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί ἡ ἐγγύηση γιά τά μελλοντικά ἀγαθά: Ὁ Θεός Πατέρας πού ἔδωσε τόν Υἱό Του γιά χάρη μας, «δέν θά μᾶς χαρίση μαζί μέ Αὐτόν καί τά πάντα;». Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἔδειξε τόν Θεό ἐπάνω στήν γῆ. Αὐτή ἡ ἀγάπη ἔκανε τόν Δεσπότη δοῦλο. Αὐτή ἔκανε νά παραδοθῆ γιά χάρη τῶν ἐχθρῶν ὁ Ἀγαπητός, γιά χάρη τῶν μισούντων ὁ Υἱός, γιά χάρη τῶν δούλων ὁ Δεσπότης, γιά χάρη τῶν ἀνθρώπων ὁ Θεός».

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ: ΘΕΟΣ ΕΦΑΝΕΡΩΘΗ ΕΝ ΣΑΡΚΙ

Τό μέγα μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου, πού ἱερουργήθηκε ἀρρήτως στήν παρθενική μήτρα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τήν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, φανερώθηκε στόν κόσμο μέ τήν γέννηση τοῦ Κυρίου. Γι’ αὐτό καί ἡ ἑορτή τῶν Χριστουγέννων ἑορτάζεται ἐννέα μῆνες μετά τόν Εὐαγγελισμό, στίς 25 Δεκεμβρίου.
Ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ εἶναι μία θεοφάνεια, δηλαδή μία φανέρωση τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο: Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Θεός Λόγος ἔλαβε σῶμα ἀνθρώπου καί ὡς Θεάνθρωπος φανερώθηκε στόν κόσμο. Αὐτή ἡ φανέρωση τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο, εἶναι ἡ ἀπαρχή τῆς εἰσόδου μας στόν κόσμο τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεολόγος Γρηγόριος θεολογεῖ: «Ὁ Ἄσαρκος σαρκώνεται, ὁ Ἀόρατος γίνεται ὁρατός … Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ γίνεται υἱός ἀνθρώπου». «Ἐκεῖνος πού πλουτίζει τούς ἄλλους, γίνεται πτωχός. Πτωχεύει προσλαμβάνοντας τό δικό μου σῶμα, γιά νά πλουτήσω ἐγώ τήν θεότητά Του».
Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ σύγ-κατάβαση τῆς ἀγάπης Του στόν ἄνθρωπο καί ἡ κένωσή Του: Ἑαυτόν ἐκένωσε μορφήν δούλου λαβών. Ἐάν δέν ἔφθανε ὁ Θεός μέχρι τόν ἄνθρωπο, δέν θά μποροῦσε νά ἔλθη ὁ ἄνθρωπος πρός τόν Θεό. Χωρίς τήν κένωση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, δέν ἦταν δυνατόν νά πραγματοποιηθῆ ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου. Ἔπρεπε ὁ Θεός νά κατέλθη ἀπό τήν δόξα Του καί ὁ ἄνθρωπος νά ἀνέλθη ἀπό τήν ταπεινότητά του, γιά νά κοινωνήση ὁ ἄνθρωπος στήν θεία ἀγάπη. Στήν πραγματικότητα ὁ Χριστός κατῆλθε μέχρι τοῦ Ἅδου, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος ἁπλῶς ἅπλωσε πρός Αὐτόν τό χέρι, γιά νά δεχθῆ τήν καινή Ζωή.
Ὁ ἱερός Χρυσόστομος ὀνομάζει τά Χριστούγεννα «μητρόπολη τῶν ἑορτῶν» καί πανηγυρίζει: «Σήμερα ὁ θάνατος καταργήθηκε, ὁ Παράδεισος ἄνοιξε … Ἡ οὐράνια ζωή φυτεύθηκε στήν γῆ, Ἄγγελοι ἐπικοινωνοῦν μέ ἀνθρώπους καί ἄνθρωποι συνομιλοῦν ἄφοβα μέ Ἀγγέλους».
Ὁ Χριστός σαρκώθηκε γιά νά θεωθῆ ὁ ἄνθρωπος: Ἄνθρωπος γίνεται Θεός, ἵνα θεόν τόν Ἀδάμ ἀπεργάσηται. Ὁ μέγας Ἀθανάσιος συνοψίζει τό μυστήριο: «Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ υἱός ἀνθρώπου γέγονεν, ἵνα οἱ υἱοί τοῦ ἀνθρώπου, τουτέστι τοῦ Ἀδάμ, υἱοί τοῦ Θεοῦ γένωνται»

Επεξεργασία κειμένων π. Σάββας Γεωργιάδης
από το βιβλίο "Η Ορθόδοξη Πίστη, Λατρεία και Ζωή" του ιερομον. Γρηγορίου

© 2026 Ἱερός Ναός Ἁγίου Γερασίμου Ἄνω Ἰλισίων Back To Top