WHAT ARE YOU LOOKING FOR?

Popular Tags

Slide background
Image

Κατήχηση στην εν Χριστώ ζωή

ΟΜΙΛΙΑ 12/11/2024

Προσπάθεια νά προσεγγίσουμε -μέ τήν βοήθεια τῶν ἁγίων Πατέρων- τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας καί νά γνωρίσουμε τήν λατρεία της, ὥστε νά βιώσουμε βαθύτερα τήν ἐν Χριστῷ ζωῇ. Εἶναι μία προσπάθεια νά μεταδοθῆ τό εὐαγγέλιον τῆς σωτηρίας, τό ὁποῖο κηρύττουν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καί οἱ θεοφόροι Πατέρες μας.

ΚΑΤΗΧΗΣΗ
Κατήχηση ἀρχικά ὀνομαζόταν ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας πού ἀπευθυνόταν στούς κατηχουμένους, δηλαδή στούς ἀνθρώπους ἐκείνους πού εἶχαν δηλώσει τήν ἐπιθυμία νά βαπτισθοῦν καί νά γίνουν μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Ἐξηγοῦσε τά δόγματα καί τό μυστήριο τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, καί ἀνέλυε τίς βάσεις τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Ἡ ὁλοκληρωμένη διδασκαλία γιά τά ἱερά Μυστήρια ἀπευθυνόταν μόνο στούς βαπτισμένους, ὄχι μόνο γιά νά μήν κοινοποιοῦνται τά ἅγια καί τυχόν περιφρονηθοῦν, ἀλλά κυρίως διότι γιά τήν βαθύτερη κατανόησή τους ἀπαιτεῖται ὁ φωτισμός τῆς θείας Χάριτος πού χορηγεῖται μέ τό ἅγιο Βάπτισμα.

Σήμερα, μέ τόν ὅρο κατήχηση ἐννοοῦμε πλέον ὁλόκληρη τήν συστηματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, μέ τήν ὁποία αὐτή παιδαγωγεῖ κατηχουμένους ἤ πιστούς, καί ἀναλύει τά δόγματα, τά ἱερά Μυστήρια καί τίς ἀρχές τῆς χριστιανικῆς ζωῆς.

Στά χρόνια τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ἡ κατήχηση ἦταν συνήθως μία ὁμιλία (ὅπως τό κήρυγμα τοῦ ἀποστόλου Πέτρου τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς). Τήν σύντομη κατήχηση συμπλήρωναν τά πολλά θαύματα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, πού συνόδευαν τό κήρυγμα τῆς μετανοίας. Ἡ συστηματική κατήχηση γινόταν τότε μετά τό ἅγιο Βάπτισμα.

Στούς μεταποστολικούς χρόνους χρησιμοποιοῦνταν ὡς βάση τῆς κατηχήσεως μιά ἐκλογή ἀποσπασμάτων ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, τά ὁποῖα ἀναφέρονται στό σχέδιο τῆς θείας Οἰκονομίας γιά τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Τά ἀναγνώσματα αὐτά διαβάζονται μέχρι σήμερα στόν Ἑσπερινό τοῦ Μεγάλου Σαββάτου. Τόν δεύτερο αἰῶνα, ἡ κατήχηση ἄρχισε νά συστηματοποιεῖται. Τότε δημιουργήθηκε ἡ τάξη τῶν κατηχουμένων, ἐνῶ ταυτόχρονα παρατάθηκε ὁ χρόνος τῆς κατηχήσεως, καί ὡρίσθηκε νά εἶναι τρία ἔτη. Ἡ παράταση αὐτή θεωρήθηκε ἀναγκαία γιά τήν στήριξη τῶν κατηχουμένων στήν ἐποχή ἐκείνη τῶν διωγμῶν.

Ἀργότερα, μέ τήν παύση τῶν διωγμῶν, οἱ ἐνδιαφερόμενοι γιά τήν χριστιανική πίστη ἔγιναν περισσότεροι. Ἡ Ἐκκλησία, γιά νά προστατεύση τό ποίμνιό της ἀπό ἀνθρώπους μέ ἰδιοτελῆ κίνητρα, ἔκανε περισσότερο ἔλεγχο καί προετοίμαζε προσεκτικώτερα τούς ὑποψηφίους.
Ἀπό τόν τέταρτο αἰῶνα λοιπόν διακρίνεται ἡ τάξη τῶν φωτιζομένων. Πρόκειται γιά τούς κατηχουμένους ἐκείνους πού, ὕστερα ἀπό τριετῆ κατήχηση, κρίνονταν ἕτοιμοι νά λάβουν τό ἅγιο Βάπτισμα. Κατά κανόνα ἡ βάπτισή τους γινόταν τήν Κυριακή τοῦ Πάσχα. Δημιουργήθηκαν λοιπόν νέες κατηχήσεις, πού ἀπευθύνονταν στούς φωτιζομένους κατά τήν διάρκεια τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Παράλληλα συντάχθηκαν καί κατηχήσεις γιά τούς νεοφωτίστους, οἱ ὁποῖες ὀνομάσθηκαν μυσταγωγικές, διότι μυοῦν καί εἰσάγουν τούς βαπτισμένους στήν κατανόηση τῶν ἱερῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας.
Μέ τήν ἐπικράτηση τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ, τήν κατήχηση τοῦ νεωφοτίστου νηπίου ἀναλαμβάνουν πλέον ὁ ἀνάδοχος καί οἱ γονεῖς τοῦ παιδιοῦ, μέ τήν συμπαράσταση βέβαια τοῦ Ἐπισκόπου καί τοῦ Ἱερέως τῆς ἐνορίας.

Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΗΧΗΣΕΩΣ
Ὁ ἀπόστολος Πέτρος μᾶς προτρέπει νά εἴμαστε πάντοτε ἕτοιμοι πρός ἀπολογίαν παντί τῷ αἰτούντι ἡμᾶς λόγον περί τῆς ἐν ἡμῖν ἐλπίδος, δηλαδή, νά ξέρουμε τί νά ἀπολογηθοῦμε σέ ὅποιον μᾶς ρωτᾶ γιά τήν πίστη μας. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος συμπληρώνει: «Ὅταν οἱ χριστιανοί δέν ξέρουν νά ἀποκριθοῦν στούς ἀπίστους καί αἱρετικούς πού τούς ρωτοῦν περί πίστεως, θά λένε ἐκεῖνοι πώς ἡ χριστιανική πίστη εἶναι ἕνα ψέμα». Δέν δικαιολογεῖται λοιπόν ἕνας ὀρθόδοξος χριστιανός, νά μήν γνωρίζη τί πιστεύει, ἰδιαίτερα μάλιστα στήν σημερινή ἐποχή, πού χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ὑπερβολική καί ποικίλη πληροφόρηση. Δέν εἶναι, ὅμως, μόνον αὐτός ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο κρίνεται ἀναγκαία ἡ κατήχηση ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπάρχει καί ἕνας πολύ βαθύτερος λόγος.

Στό Μυστικό Δεῖπνο ὁ Χριστός εἶπε στούς Μαθητές Του: Ἤδη ὑμεῖς καθαροί ἐστέ διά τόν λόγον ὅν λελάληκα ὑμῖν. Μέ τήν διδασκαλία Του ὁ Χριστός, ἐπί τρία ἔτη, καθάρισε τίς καρδιές τῶν Μαθητῶν Του, καί τούς κατέστησε ἄξιους νά παρακαθήσουν στό εὐχαριστιακό Δεῖπνο, καί νά δειχθοῦν λίγο ἀργότερα τήν πληρότητα τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Μέ τό ἴδιο πνεῦμα, ἡ Ὀρθόδοξη Κατήχηση δέν εἶναι ἁπλά μία θεωρητική ἀνάλυση τῶν ἀληθειῶν τῆς πίστεως, ἀλλά ἀποβλέπει καί στήν κάθαρση τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἡ θεραπευτική ἀγωγή πού χρησιμοποιεῖ ἡ Ἐκκλησία προκειμένου νά θεραπεύση τόν πεπτωκότα ἄνθρωπο, καί νά τόν ὁδηγήση προοδευτικά στήν θέωση. Ἐδῶ βρίσκεται ὁ σκοπός τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά καί ὁ σκοπός τῆς Ἐκκλησίας.

Η ΠΙΣΤΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Οἱ Προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ Οἰκουμένη ὡς συμπεφρόνηκεν, ἡ Χάρις ὡς ἔλαμψεν, ἡ ἀλήθεια ὡς ἀποδέδεικται, τό ψεῦδος ὡς ἀπελήλαται, ἡ σοφία ὡς ἐπαρρησιάσατο, ὁ Χριστός ὡς ἐβράβευσεν· οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω λαλοῦμεν …
Αὕτη ἡ πίστις τῶν Ἀποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων, αὕτη ἡ πίστις τήν Οἰκουμένην ἐστήριξεν.
(Συνοδικόν τῆς Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Ζ΄ Συνόδου)

ΠΙΣΤΙΣ: Η ΣΥΝΕΡΓΕΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ
Ὁ Χριστός μᾶς ἀπεκάλυψε τήν περί τοῦ Θεοῦ ἀλήθεια. Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ὁ θεατής τῶν ἀρρήτων ἀποκαλύψεων καί ἑρμηνεύς τῶν ἄνω τοῦ Θεοῦ μυστηρίων, λέγει: Θεόν οὐδείς ἑώρακε πώποτε· ὁ μονογενής Υἱός, ὁ ὤν εἰς τόν κόλπον τοῦ Πατρός, Ἐκεῖνος ἐξηγήσατο.
Ἡ ἀπάντηση τοῦ ἀνθρώπου στήν περί τοῦ Θεοῦ ἀποκάλυψη εἶναι ἡ πίστη. Αὐτή εἶναι ἡ προϋπόθεση γιά νά ζήσουμε αἰώνια, ἀφοῦ αὐτός εἶναι καί ὁ σκοπός τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ: Ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς Αὐτόν μή ἀπόληται, ἄλλ΄ ἔχη ζωήν αἰώνιον. Ἡ πίστη στόν Χριστό εἶναι «θύρα καί ὁδός πού ὁδηγεῖ στήν ζωή».

Πίστη εἶναι ἡ ἀκλόνητη πεποίθηση στήν ὕπαρξη ἀγαθῶν πού ἐλπίζουμε. Εἶναι ἡ βεβαιότητα γιά πράγματα πού δέν βλέπουμε μέ τά σωματικά μάτια: Πίστις ἐστί ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων. «Πίστη εἶναι ὅταν πιστεύουμε σ’ ἐκεῖνα πού δέν βλέπουμε, ἔχοντας κατά νοῦν τήν ἀξιοπιστία» τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἀλήθειες πού μᾶς ἀπεκάλυψε ὁ Χριστός «χρειάζονται πίστη, … διότι τό ὕψος τους ὑπερβαίνει κατά πολύ τήν δική μας εὐτελῆ διάνοια».
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει ὅτι «ἀφοῦ δικαιωθήκαμε μέ τήν πίστη, ἔχουμε εἰρήνη μέ τόν Θεό διά τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος μέ τήν πίστη μας σ’ Αὐτόν μᾶς ἔχει ὁδηγήσει στήν χάρι αὐτή στήν ὁποία στεκόμαστε, καί καυχιόμαστε γιά τήν ἐλπίδα μας στήν δόξα τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἑρμηνεύει τόν ἀποστολικό λόγο: «Παντοῦ ἀναφέρει καί τά δύο· καί τά δικά Του καί τά δικά μας. Ἀλλά τά μέν τοῦ Χριστοῦ εἶναι πολλά καί ποικίλα. Διότι καί ἀπέθανε γιά μᾶς, καί μᾶς συμφιλίωσε, καί μᾶς προσήγαγε στόν Θεό, καί μᾶς ἔδωσε Χάρι ἀνέκφραστη. Ἐμεῖς ὅμως προσφέραμε μόνο τήν πίστη». Ἡ πίστη εἶναι ἡ συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου στό μυστήριο τῆς σωτηρίας του.

Ὅσα μᾶς ἀπεκάλυψε ὁ Θεός δέν εἶναι δυνατόν νά ἑρμηνευθοῦν μέ τό ἀνθρώπινο μυαλό, διότι «ἡ λογική μας δέν χωρᾶ τό μέγεθος τῶν οἰκονομιῶν Του. Αὐτό πρέπει νά γίνει μέ τήν πίστη». Λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος: «Δέν ἔμαθα νά περιεργάζωμαι τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ. Ἔμαθα νά πιστεύω, καί ὄχι νά ἐρευνῶ μέ σχολαστικότητα».
Ὅταν ὁ Χριστός ἀπέστειλε τούς Μαθητές Του στό κήρυγμα, τούς εἶπε: Ὁ πιστεύσας καί βαπτισθείς σωθήσεται, ὁ δέ ἀπιστήσας κατακριθήσεται. Ἡ πίστη εἶναι ἡ ἀρχή τῆς σωτηρίας καί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Ἀπό τήν πίστη ὁδηγούμαστε στό ἅγιο Βάπτισμα καί γεννιόμαστε ἐν Χριστῷ. Εἶναι αὐτονόητο βέβαια ὅτι γιά τά βαπτιζόμενα νήπια ἡ πίστη ἀκολουθεῖ τό ἅγιο Βάπτισμα.

Γιά νά πλησιάσουμε τό μυστήριο τῆς πίστεως, θά στηριχθοῦμε στό Σύμβολο τῆς πίστεως, πού ὀνομάζουμε «Πιστεύω» καί ἀποτελεῖται ἀπό δώδεκα ἄρθρα.
Τό Σύμβολο τῆς πίστεως εἶναι ἡ καταγραφή τῶν δογμάτων τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τούς θεοφόρους Πατέρες τῶν δύο πρώτων Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Οἱ ἅγιοι Πατέρες βραχεῖ ρήματι καί πολλῇ συνέσει διετύπωσαν μέ θεῖο φωτισμό τήν ἀληθινή πίστη τῆς Ἐκκλησίας, γιά νά μποροῦμε ἐμεῖς νά τήν ἔχουμε ὡς ὁδηγό τῆς ζωῆς μας καί νά πορευώμαστε τήν ὁδό τῆς σωτηρίας.
Οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί πιστεύουμε καί ὁμολογοῦμε ὅ,τι μᾶς ἀπεκάλυψε ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, καί ὅπως μᾶς τά ἑρμήνευσαν οἱ ἅγιοι Ἀποστόλοι καί οἱ θεοφόροι Πατέρες. Οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, … οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω λαλοῦμεν.

Η ΓΝΩΣΙΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Ἡ πίστη εἶναι τό πρῶτο βῆμα γιά νά προσεγγίσουμε τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ. «Χωρίς πίστη δέν εἶναι δυνατόν νά γνωρίσουμε τόν Θεό», εἶπαν οἱ Ἅγιοι πού Τόν γνώρισαν. Πῶς ὅμως εἶναι δυνατόν νά φθάσουμε κι ἐμεῖς στήν γνώση τοῦ Θεοῦ;
Παρόμοια καί κάθε πιστός, γιά νά γνωρίση τήν ἀλήθεια γιά τόν Τριαδικό Θεό, θά πρέπη νά γίνη κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κι Ἐκεῖνο θά τόν ὁδηγήση, διότι εἶναι ἡ πηγή τῆς θεογνωσίας.

Ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος λέγει: Ὁ Θεός «πληροφορεῖ τούς πιστούς, ὅπως τούς ἁγίους Ἀποστόλους, μέ τήν ἀποστολή καί παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος… Διότι τό νά γνωρίζη κάποιος τά μυστήρια τοῦ Χριστοῦ καί τό νά κατανοήση τό μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας Του… μόνο μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα διδάσκεται». «Χρειάζεται πολύς φωτισμός τοῦ Παναγίου Πνεύματος γιά νά κατανοήση κάποιος τά κρυμμένα μυστήρια τοῦ Θεοῦ».

Βέβαια ὁ Θεός κατά τήν οὐσία Του εἶναι τελείως ἀκατάληπτος ὄχι μόνο γιά τούς ἀνθρώπους ἀλλά καί γιά τούς Ἀγγέλους. Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης εἶπε ὅτι Θεόν οὐδείς ἑώρακε πώποτε, τό ὁποῖο σημαίνει ὅτι «ἡ μακαρία καί ἁγία Θεότης κατά τήν οὐσία Της εἶναι παντελῶς ἀνέκφραστη καί ἄγνωστη». Πράγματι ὁ Θεός εἶναι «ἄπειρος καί ἀκατάληπτος, καί τοῦτο μόνο εἶναι καταληπτό, ἡ ἀπειρία καί ἡ ἀκαταληψία Του». Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος διατυπώνει μέ τόν ἐκφραστικώτερο τρόπο τό ἀπροσπέλαστο τῆς Θεότητος: «Ὦ Σύ, ὁ πέρα-ἀπό-τά-πάντα, μέ ποιό ἄλλο ὄνομα εἶναι ἐπιτρεπτό νά Σέ ὑμνήσω; Πῶς νά Σέ ὑμνήση λόγος; Ἐσένα κανένας λόγος δέν μπορεῖ νά σέ ὀνομάση. Πῶς νά Σέ συλλάβη νοῦς; Σύ σέ κανένα νοῦ δέν εἶσαι καταληπτός».

Ὡστόσο, ἐνῶ ὁ Θεός εἶναι ἀκατάληπτος κατά τήν οὐσία Του, εἶναι δυνατόν νά γίνη γνωστός ἀπό τίς ἐνέργειές Του. Οἱ ἅγιοι Πατέρες, ἀφοῦ καθάρισαν τόν νοῦ καί ἁγίασαν τόν λόγο τους, μίλησαν γιά τήν γνώση αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ. Ὁ μέγας Βασίλειος λέγει σχετικά: «Ἐμεῖς λέμε ὅτι γνωρίζουμε τόν Θεό ἀπό τίς ἐνέργειές Του… Διότι οἱ ἐνέργειές Του κατεβαίνουν σ’ ἐμᾶς». Γιά νά γνωρίση ὅμως ὁ ἄνθρωπος τίς θεῖες ἐνέργειες, πρέπει νά καταστήση τόν ἑαυτό του καθαρό δοχεῖο τῆς θείας Χάριτος. Διότι «μέ τό μυαλό δέν μπορεῖ νά καταλάβη κανείς τίς θεῖες ἐνέργειες, ἐάν δέν ἀσκηθῆ πρῶτα νά τίς ζήση, γιά νά ἐνεργήση μέσα του ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ».

Ὁ Θεός δημιούργησε τόν ἄνθρωπο ἔτσι ὥστε νά μπορῆ νά γνωρίση τόν Πλάστη του. Ὅταν δημιούργησε τούς ἀνθρώπους, «δέν τούς ἄφησε στερημένους ἀπό τήν δική Του γνώση, γιά νά μήν εἶναι ἀνώφελη ἡ ὕπαρξή τους… Διότι τότε δέν θά διέφεραν σέ τίποτε ἀπό τά ἄλογα δημιουργήματα… Γιά νά μήν συμβῆ λοιπόν αὐτό, ὁ ἀγαθός Θεός… τούς δημιουργεῖ κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσίν Του. Ὥστε μέ τό χάρισμα αὐτό νά κατανοοῦν τήν εἰκόνα, δηλαδή τόν Λόγο τοῦ Πατρός, καί μέσω Αὐτοῦ νά ἔλθουν σέ ἐπίγνωση τοῦ Θεοῦ Πατρός. Ἔτσι γνωρίζοντας τόν Ποιητή τους νά ζοῦν τήν πραγματικά εὐτυχισμένη καί μακάρια ζωή».

Ὁ Χριστός μᾶς φανέρωσε ποιοί εἶναι αὐτοί πού θά δοῦν μέσα τους τόν Θεό: Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται. «Ὅποιος καθάρισε τήν καρδιά του ἀπό κάθε ἐμπάθεια, βλέπει μέσα στό δικό του κάλλος τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ… Βλέποντας λοιπόν τόν ἑαυτό του, βλέπει μέσα του τόν Θεό πού ποθεῖ,… διότι ἀτενίζει μέσα ἀπό τήν εἰκόνα τό Ἀρχέτυπο».
Γιά τούς θεοφόρους Πατέρες ἀληθινός θεολόγος εἶναι ἐκεῖνος πού εἶδε τόν Θεό: «Ἐκεῖνος πού ἀξιώθηκε ἔστω καί λίγο νά ἰδῆ τόν Θεό στήν ἀπρόσιτη δόξα τοῦ θείου φωτός Του… δέν θά χρειασθῆ διδασκαλία ἄλλου. Διότι μέσα του κατοικεῖ ὁλόκληρος ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος τόν κινεῖ, τοῦ ὁμιλεῖ, καί τόν μυσταγωγεῖ στά κρυμμένα μυστήριά Του, σύμφωνα μέ τόν ἱερώτατο λόγο πού εἰπώθηκε ἀπό τόν Ἴδιο: Τό μυστήριόν μου ἐμοί καί τοῖς ἐμοῖς».
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἀπό τίς θεοπτικές ἐμπειρίες του, ἀναφέρει ὅτι ὁ Θεός «μόνο μέ τόν νοῦ μπορεῖ νά σκιαγραφηθῆ, καί ἀπό αὐτόν πάλι μόνο πολύ ἀμυδρά καί περιορισμένα, ὄχι ἀπό αὐτά πού εἶναι ὁ Ἴδιος στήν οὐσία Του, ἀλλά ἀπό τά περί Αὐτόν (δηλαδή τίς θεῖες ἐνέργειες).

Ο ΤΡΙΑΔΙΚΟΣ ΘΕΟΣ
Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΚΑΙ ΤΡΙΑΔΙΚΟΣ
Ὁ Τριαδικός Θεός εἶναι ἄναρχος, ἀπερίγραπτος, ἀνέκφραστος καί ἀκατάληπτος. Εἶναι παντοδύναμος καί παντοκράτωρ, δημιουργός της ὁρατῆς καί ἀοράτου κτίσεως. Αὐτός προνοεῖ γιά ὅλα. Εἶναι ἡ ζωή καί ἡ πηγή τῆς ζωῆς, τό φῶς καί ἡ πηγή τοῦ φωτός, τό ἀγαθό καί ἡ πηγή κάθε ἀγαθοῦ.

Ὁ θεολόγος ἅγιος Γρηγόριος θεολογεῖ: «Ὁ Θεός πάντοτε ὑπῆρχε καί ὑπάρχει καί θά ὑπάρχη, ἤ μᾶλλον πάντοτε ὑπάρχει. Διότι τό ‘ὑπῆρχε’ καί ‘θά ὑπάρχη’ εἶναι τμήματα τοῦ δικοῦ μας χρόνου καί τῆς φθαρτῆς φύσεως. Ὁ Θεός ὅμως ὑπάρχει πάντοτε, καί αὐτό δείχνει τό ὄνομα μέ τό ὁποῖο ὀνομάζει ὁ Ἴδιος τόν ἑαυτό Του μιλῶντας στόν Μωυσῆ: ὁ Ὤν. Ἔχει συγκεντρωμένη καί διατηρεῖ στόν ἑαυτό Του ὅλη τήν ὕπαρξη, ἡ ὁποία οὔτε ἄρχισε ποτέ οὔτε θά λήξη ποτέ, σάν κάποιος ἀπέραντος καί ἀπεριόριστος ὠκεανός οὐσίας, ὁ ὁποῖος ξεπερνᾶ κάθε ἔννοια χρόνου καί φύσεως».

Πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἕνας, δηλαδή μία οὐσία, καί ὅτι ὑπάρχει σέ τρεῖς ὑποστάσεις – πρόσωπα: τόν Πατέρα, τόν Υἱό καί τό Ἅγιο Πνεῦμα. Τά τρία πρόσωπα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ εἶναι κατά πάντα ἕνα, ἐκτός ἀπό τίς τρεῖς ὑποστατικές ἰδιότητες: τήν ἀγεννησία (τοῦ Πατρός), τήν γέννηση (τοῦ Υἱοῦ) καί τήν ἐκπόρευση (τοῦ Ἁγίου Πνεύματος). «Ἡ μία Ἁγία Τριάδα εἶναι ἕνας Θεός καί ὀνομάζεται Τριάς γιά τά πρόσωπα καί τίς ὑποστάσεις… Δέν προϋπῆρξε τό ἕνα ἀπό αὐτά (τά πρόσωπα) μέ κανένα τρόπο, εἴτε ὁ Πατήρ ἀπό τόν Υἱό εἴτε ὁ Υἱός ἀπό τόν Πατέρα εἴτε καί οἱ δύο ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα… Διότι εἶχαν ταυτόχρονη τήν ἄναρχη ἀρχή καί συναιώνια». Δέν ὑπῆρξε λοιπόν ποτέ ὁ Πατέρας χωρίς τόν Υἱό, ἀφοῦ ἄλλωστε δέν θά ἦταν δυνατόν νά ὀνομάζεται Πατήρ χωρίς τόν Υἱό.

Κανένα παράδειγμα ἀπό τήν δημιουργία δέν μπορῆ νά ἀπεικονίση τήν Τριαδική Θεότητα. Μποροῦμε ὅμως νά βοηθηθοῦμε λίγο ἀπό τά παραδείγματα πού χρησιμοποίησαν οἱ ἅγιοι Πατέρες. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς χρησιμοποιεῖ τήν ἑξῆς εἰκόνα: «Ἡ λάμψη τοῦ ἡλίου γεννιέται ἀπό αὐτόν καί ἡ ἡλιακή ἀκτῖνα ἐκπορεύεται ἀπό αὐτόν. Φθάνει μέχρις ἐμᾶς, καί ποτέ δέν χωρίζεται ἀπό τόν ἡλιακό δίσκο οὔτε ἡ λάμψη οὔτε ἡ ἀκτίνα. Ὅπως λοιπόν ὀνομάζοντας τήν ἀκτῖνα καί τήν λάμψη ἥλιο, δέν ἐννοοῦμε ἄλλο Θεό παρά Ἐκεῖνον πού θεωρεῖται ἀνάρχως καί αἰωνίως μαζί μέ τόν ἄναρχο Λόγο καί τό Ἅγιο Πνεῦμα. Καί ἔτσι μᾶς δίδαξε νά πιστεύουμε καί νά ὁμολογοῦμε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ».
Μέ τήν ἐνανθρώπιση τοῦ Χριστοῦ ἔλαμψε στόν κόσμο τό Τριαδικό φῶς. Ὁ Θεολόγος Γρηγόριος τονίζει ὅτι ὁ λόγος τούς Εὐαγγελιστοῦ Ἦν τό Φῶς τό ἀληθινόν, ὅ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον, ἀναφέρεται ἰσότιμα καί στά τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Καί συνεχίζει: «Αὐτό εἶναι πού ἐννοοῦσε ὁ Προφήτης λέγοντας: Ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς. Κι ἐμεῖς εἴδαμε καί διακηρύττουμε μιά σύντομη καί ἀπέριττη θεολογία τῆς Ἁγίας Τριάδος: Χάρη στό Φῶς, τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἔχουμε κατανοήσει ὅτι ὁ Υἱός εἶναι Φῶς, πού προέρχεται ἀπό τό Φῶς, τόν Πατέρα».

Ο ΘΕΟΣ ΠΑΤΗΡ
Πιστεύουμε εἰς ἕνα Θεόν Πατέρα, παντοκράτορα. Πιστεύουμε δηλαδή ὅτι ὁ Θεός Πατήρ εἶναι ἡ ἀρχή καί αἰτία τῶν πάντων, καί μόνος Αὐτός ὑπάρχει χωρίς ἀρχική αἰτία καί γέννηση. Εἶναι «γεννήτωρ (τοῦ μονογενοῦς Του Υἱοῦ) καί προβολεύς» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Εἶναι ὁ ποιητής οὐρανοῦ καί γῆς, ὁρατῶν τέ πάντων καί ἀοράτων.
Ὡς ποιητής ὁ Θεός ὀνομάζεται καί Πατέρας ὅλων τῶν δημιουργημάτων «ἐξ αἰτίας τῆς δημιουργίας καί προνοίας Του» γι’ αὐτά. Ὀνομάζεται εἰδικώτερα Πατέρας ὅλων τῶν χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι μέ τό ἅγιο Βάπτισμα ἔγιναν κατά Χάριν υἱοί τοῦ Θεοῦ. «Ἀλλά εἶναι φυσικός Πατέρας μόνον τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ, τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Δέν ἔγινε Πατέρας σέ κάποια δεδομένη χρονική στιγμή, ἀλλά εἶναι πάντοτε Πατέρας, ἐνῶ πρῶτα ἦταν ἄτεκνος, ἀλλά πρίν ἀπό κάθε ἄλλη ὑπόσταση καί πρίν ἀπό κάθε ἄλλη ζωή, πρίν ἀπό τήν δημιουργία τοῦ χρόνου καί τῶν αἰώνων, ὁ Θεός ἔχει τό ἀξίωμα τῆς πατρότητος. Καί σεμνύνεται περισσότερο γι’ αὐτό παρά γιά ὅλα τά ὑπόλοιπα ἀξιώματά Του».

Ο ΜΟΝΟΓΕΝΗΣ ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Πιστεύουμε εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ τόν μονογενῆ, τόν ἐκ τοῦ Πατρός γεννηθέντα πρό πάντων τῶν αἰώνων. Φῶς ἐκ φωτός, Θεόν ἀληθινόν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, γεννηθέντα οὐ ποιηθέντα, ὁμοούσιον τῷ Πατρί, δι᾿ οὗ τά πάντα ἐγένετο. Πιστεύουμε δηλαδή καί στόν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ Ὁποῖος γεννήθηκε ἀπό τόν Πατέρα «ἀπαθῶς, ἀχρόνως καί ἀσωμάτως». Ἡ γέννησή Του δηλαδή ἀπό τόν Πατέρα εἶναι προαιώνια, καί ἐπειδή εἶναι ἀσώματη εἶναι καί ἀπαθής. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος σχολιάζει: «Ἡ γέννηση τοῦ Θεοῦ ἄς τιμᾶται μέ σιωπή. Εἶναι πολύ γιά σένα νά μάθης ὅτι γεννήθηκε. Τό ‘πῶς γεννήθηκε’ οὔτε οἱ Ἄγγελοι δέν μποροῦν νά τό ἐννοήσουν!».

ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΠΝΕΥΜΑ
Πιστεύουμε εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, τό κύριον, τό ζωοποιόν, τό ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον, τό σύν Πατρί καί Υἱῷ συμπροσκυνούμενον καί συνδοξαζόμενον, τό λαλῆσαν διά τῶν Προφητῶν. Πιστεύουμε δηλαδή ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἄκτιστο, δημιουργό, εἶναι Θεός ὁμοούσιος μέ τόν Πατέρα καί τόν Υἱό. «Τό Ἅγιο Πνεῦμα πάντοτε συναριθμεῖται καί τάσσεται μαζί μέ τόν Πατέρα καί τόν Υἱό… Ἁγιάζει, δέν ἁγιάζεται· θεοποιεῖ, δέν θεοποιεῖται… Εἶναι ἀόρατο, ἄχρονο, ἀναλλοίωτο, … παντοδύναμο… Εἶναι ζωή καί ζωοποιεῖ, φῶς καί χορηγός φωτός, τό ἴδιο τό ἀγαθό καί ἡ πηγή τῆς ἀγαθότητος… Πνεῦμα υἱοθεσίας, ἀληθείας καί σοφίας».

Η ΖΩΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΓΑΠΗ
Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ἀφοῦ γνώρισε τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ, ἐβρόντησε τήν οὐράνιον φωνήν: Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστι καί ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ. Δηλαδή «ὁ Θεός δέν ἔχει μόνον ἀγάπη, ἀλλά εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἀγάπη… Ἐπειδή ὁ Θεός εἶναι ἕνα πέλαγος μιᾶς οὐσιώδους ἀγάπης ἀμέτρητο καί ἀπερινόητο».
Ὁ Θεός εἶναι ἡ αὐτοαγάπη. Ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξή Του εἶναι ἡ Ἀγάπη. Ἡ ἀνθρώπινη ἀγάπη, ὅταν εἶναι βέβαια ἐν Χριστῷ, «περισώζει μέσα της τόν χαρακτῆρα τῆς θείας μακαριότητος. Διότι ἡ ζωή τῆς ἄνω φύσεως (δηλαδή τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ) εἶναι ἀγάπη». Στόν λόγο Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστι, ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης δέν ἐννοεῖ τήν ἀνθρώπινη ἀγάπη, «ἡ ὁποία συνίσταται ἀπό μιά φιλόστοργη διάθεση ἀνταποδόσεως,… ἀλλά μία οὐσιώδη δύναμη πού ὑπάρχει στόν Θεό, ἡ ὁποία ἑνώνει καί συγκρατεῖ, καί ἡ ὁποία ἁρμόζει στήν θεία ἁπλότητά Του. Μέ αὐτήν ἀγαπῶντας ἀγαθοπρεπῶς ὅλα τά ὄντα, τά ἔφερε ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ὕπαρξη, προνοεῖ γι’ αὐτά μέ διάφορους τρόπους, καί τά ἑλκύει πρός τήν ἀγάπη Του»

Επεξεργασία κειμένων π. Σάββας Γεωργιάδης
από το βιβλιο "Η Ορθόδοξη Πίστη, Λατρεία και Ζωή" του ιερομον. Γρηγορίου

© 2026 Ἱερός Ναός Ἁγίου Γερασίμου Ἄνω Ἰλισίων Back To Top