


ΕΣΠΕΡΙΝΗ ΟΜΙΛΙΑ 14/1/2025
α. Η Εκκλησία είναι τό Σώμα τού Χριστού
Οι θεόπνευστοι άγιοι Απόστολοι, για νά μάς βοηθήσουν να κατανοήσουμε τό μυστήριο τής Εκκλησίας, χρησιμοποίησαν διάφορες εικόνες. Την ωνόμασαν Θεοῦ γεώργιον, Θεοῦ οἰκοδομή, νύμφη Χριστοῦ, γένος ἐκλεκτόν, βασίλειον ἱεράτευμα, ἔθνος ἅγιον, λαόν τοῦ Θεοῦ, οἶκον πνευματικόν, οἶκον Θεοῦ, σῶμα Χριστοῦ. Από όλες αυτές τις ονομασίες η τελευταία εκφράζει κατά τον καλύτερο τρόπο τήν πραγματικότητα τής Εκκλησίας:
Η Εκκλησία είναι τό άγιο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Κεφαλή τού αγίου αυτού Σώματος είναι ο Χριστός, καί μέλη όλοι οι βαπτισθέντες χριστιανοί.
Ο απόστολος Παύλος, χρησιμοποιώντας τήν έκφραση Σῶμα Χριστοῦ για τήν Εκκλησία, θέλει νά μάς φανερώση αφ’ ενός τον στενό δεσμό τού Χριστού με τους πιστούς, αφ’ ετέρου τό μυστήριο τής ενότητος τής Εκκλησίας. Ο Χριστός είναι η κεφαλή τής Εκκλησίας καί οι πιστοί αποτελούν τό άγιο Σώμα Του: «Σώμα τού Χριστού είναι η Εκκλησία, καί κεφαλή τού σώματος είναι ο Χριστός».
Η Εκκλησία είναι τό Σώμα τού Χριστού, στο οποίο κεφαλή είναι Εκείνος καί μέλη τό σύνολο τών ανά τήν οικουμένην πιστών, εκείνων που ζούν σήμερα, εκείνων που έζησαν πριν από εμάς καί εκείνων πού θά ζήσουν μέχρι τής δευτέρας παρουσίας τού Κυρίου. «Οι πιστοί ολόκληρης τής οικουμένης, αυτοί που ζούν, αυτοί που έζησαν καί αυτοί πού θα ζήσουν, αποτελούν ένα σώμα», τήν Εκκλησία.
Η Εκκλησία διακρίνεται στήν στρατευομένη καί στήν θριαμβεύουσα. Στήν στρατευομένη ανήκουν όσοι στρατεύονται τήν καλήν στρατείαν καί αγωνίζονται επί τής γής να ζούν εν Χριστώ. Στήν θριαμβεύουσα Εκκλησία ανήκουν οι κοιμηθέντες εν Κυρίω, οι όποιοι θριάμβευσαν στον επίγειο αγώνα τους καί προγεύονται τήν χαρά τής Βασιλείας.
Η Εκκλησία είναι «η συνάθροιση τών Αγίων» καί στο σύνολό της αποτελεί μία εν Χριστώ κοινωνία. Όμως στο σώμα τής Εκκλησίας ανήκουν καί όσοι δεν έφθασαν τήν τελειότητα αλλά αγωνίζονται γι’ αυτήν.
Κατά τήν σταύρωση τού Κυρίου εἷς τῶν στρατιωτῶν λόγχῃ αὐτοῦ τήν πλευράν ἔνυξε, καί εὐθέως ἐξῆλθεν αἷμα καί ὕδωρ. Τό αίμα καί τό ύδωρ πού ετρεξαν από τήν πλευρά τού Χριστού συμβολίζουν τό άγιο Βάπτισμα καί τήν θεία Ευχαριστία. «Η Εκκλησία γεννήθηκε από τά δύο αυτά Μυστήρια... Τά σύμβολα όμως αυτών τών δύο Μυστηρίων προήλθαν από τήν πλευρά. Επομένως ο Χριστός δημιούργησε τήν Εκκλησία από τήν πλευρά Του, όπως ακριβώς δημιούργησε καί τήν Εύα από τήν πλευρά τού Αδάμ». Η Εκκλησία γεννιέται από τον Χριστό καί τρέφεται μέ τον Χριστό: «Εκείνους που γέννησε Ο Χριστός (διά τού αγίου Βαπτίσματος) τούς τρέφει μέ τον εαυτό Του». Η θεία αυτή τροφή αναδεικνύει τήν Εκκλησία Σώμα Χριστού: «Οι πιστοί τρεφόμαστε μέ τό άγιο Σώμα τού Χριστού,... καί έχουμε γίνει τό ένα Σώμα τού Χριστού».
Η Εκκλησία φανερώθηκε στον κόσμο τήν ήμερα τής Πεντηκοστής. Ο απόστολος Παύλος γράφει στον μαθητή του Τίτο: Ὅτε ἡ χρηστότης καί ἡ φιλανθρωπία ἐπεφάνη τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Θεοῦ... κατά τόν αὐτοῦ ἔλεον ἔσωσεν ἡμᾶς,... διά ἀνακαινώσεως Πνεύματος Ἁγίου, οὗ ἐξέχεεν ἐφ’ ἡμᾶς πλουσίως διά Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν. Η χάρις τού Αγίου Πνεύματος μεταμόρφωσε τούς Αποστόλους σε άφοβους κήρυκες καί δημιούργησε τήν πρώτη χριστιανική κοινότητα: Ἐβαπτίσθησαν, καί προσετέθησαν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ψυχαί ὡσεί τρισχίλιαι.
Τό Άγιο Πνεύμα συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας. Αυτήν τήν αλήθεια φανερώνει ο λόγος Ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν με τον οποίο αρχίζουν οι αποφάσεις τής αποστολικής Συνόδου καί των μετέπειτα Συνόδων. Κατά τον ιερό Χρυσόστομο, «εάν δεν ήταν παρόν τό Άγιο Πνεύμα, δεν θά ιδρυόταν η Εκκλησία. Αφού όμως συνεστήθη η Εκκλησία, είναι φανερό ότι παρευρίσκεται τό Άγιο Πνεύμα». Ο αποστολικός λόγος Ἐν ἑνί Πνεύματι ἡμεῖς πάντες εἰς ἕν σῶμα ἐβαπτίσθημεν σημαίνει ότι, «Εκείνο που μάς έκανε ένα σώμα καί μάς αναγέννησε είναι τό ένα Άγιο Πνεύμα... Ώστε καί Εκείνος πού κατεσκεύασε τήν Εκκλησία είναι ένας (τό Άγιο Πνεύμα), καί εκείνο πού κατεσκεύασε είναι ενα (η Εκκλησία)».
β. Η Εκκλησία είναι μία, αγία, καθολική καί αποστολική
Η Εκκλησία είναι μία
Η Εκκλησία είναι μία, ἁγία, καθολική καί ἀποστολική. Οι ιδιότητες αυτές τής Εκκλησίας συνδέονται μεταξύ τους καί αλληλοσυμπληρώνονται. Η Εκκλησία είναι αγία επειδή είναι αποστολική, δηλαδή θεμελιωμένη στην διδαχή των αγίων Αποστόλων. Καί είναι μία επειδή είναι τό άγιο σώμα τού ενός Αγίου, τού Χριστού.
Η Εκκλησία τού Χριστού είναι μία διότι ένας είναι ο Κύριος: «Γίναμε μία Εκκλησία, αποτελούμε μέλη συνενωμένα τής μιάς κεφαλής (δηλαδή τού Χριστού), ένα Σώμα γίναμε οι πάντες». Καί «μπορεί νά ιδή κανείς πράγμα θαυμαστό: οι πολλοί νά είναι ένα (Σώμα) καί στο ένα (Σώμα τής Εκκλησίας) νά είναι πολλοί» πιστοί.
Οι διάφορες τοπικές Εκκλησίες αποτελούν όλες μαζί τήν μία καί μόνη Εκκλησία τού Χριστού. Όπως είναι πολλές οι θείες Λειτουργίες πού ιερουργούνται σέ διαφόρους τόπους, αλλά ένας είναι ο Χριστός πού προσφέρεται χωρίς νά διαιρήται, έτσι καί η αγία Του Εκκλησία είναι μία καί αδιαίρετη. Αυτή είναι η Ορθόδοξος Εκκλησία η οποία φυλάσσει τήν πίστη, τήν λατρεία καί τήν πνευματική ζωή όπως τήν παρέδωσαν οι άγιοι Απόστολοι, χωρίς νά κάνη «ούτε αφαίρεση ούτε αλλαγή ούτε προσθήκη».
Η Εκκλησία είναι μία, διότι «ένας είναι ο Κύριός μας, μία η πίστη μας». «Όσοι ανήκουν στον Χριστό αποτελούν μία Εκκλησία, έστω καί άν λόγω τών διαφορετικών τόπων αυτή παίρνει διαφορετικές ονομασίες». Λέμε δηλαδή η Εκκλησία τής Κορίνθου, τής Σμύρνης κ.λπ. αλλά όλες αποτελούν την μία Εκκλησία τού Χριστού. Οι ομάδες των αιρετικών καταχρηστικά ονομάζονται Εκκλησίες διότι «η αίρεση χωρίζει κάθε άνθρωπο από την Εκκλησία».
Για την ενότητα τής Εκκλησίας προσευχήθηκε ο Χριστός στον Πατέρα Του: Ἵνα πάντες ἕν ὦσιν, καθώς σύ Πάτερ ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν σοί, ἵνα καί αὐτοί ἐν ἡμῖν ἕν ὦσιν. «Ο Χριστός αφού έλαβε ως εικόνα καί τύπο τής αδιάσπαστης φιλίας καί ομονοίας καί ενότητος... την ενότητα κατά την ουσία πού έχει ο Πατέρας προς Αυτόν, καί πάλι Αυτός προς τον Πατέρα, θέλει νά αναμιχθούμε κατά κάποιο τρόπο κι εμείς μεταξύ μας,... ώστε ολόκληρο τό σώμα τής Εκκλησίας νά θεωρήται ένα».
Όσο διαρκεί η παρούσα ζωή, ο Χριστός, ως κεφαλή τής Εκκλησίας, «οικοδομεί τό υπόλοιπο Σώμα Του μέ τά μέλη πού προστίθενται συνεχώς, ενώνοντας καί συναρμολογώντας όλους τούς πιστούς... Έτσι, άλλος γίνεται χέρι, άλλος πόδι, άλλος μάτι, άλλος αυτί καί άλλος κάτι άλλο από αυτά πού συμπληρώνουν τό σώμα, ανάλογα μέ τό χάρισμα πού έχει λάβει ο καθένας... Μέ τον τρόπο αυτό, ο Χριστός δέχεται όλους όσοι ενώνονται μαζί Του μέ την κοινωνία τού Σώματός Του, καί όλους τούς κάνει μέλη τού ίδιου Σώματος, έτσι ώστε νά είναι πολλά μέν μέλη αλλά ένα Σώμα». «Όπως τό δικό μας σώμα είναι ενιαίο, αν καί αποτελείται από πολλά μέλη, έτσι καί στην Εκκλησία όλοι είμαστε κάτι ενιαίο».
Οι πιστοί μεριμνούν νά διατηρήται μέσα στην Εκκλησία η ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης. Ἕν σῶμα καί ἕν πνεῦμα,... εἷς Κύριος, μία πίστις, ἕν Βάπτισμα, εἷς Θεός καί Πατήρ πάντων.
Η Εκκλησία είναι αγία
Η δεύτερη ιδιότητα τής Εκκλησίας είναι η ἁγιότης. Η Εκκλησία είναι ἁγία, διότι η κεφαλή της είναι ο μοναδικός Άγιος, ο Χριστός. Εκείνος αγάπησε τήν Εκκλησία, καί παρέδωσε τον εαυτό Του για νά τήν αγιάση: Ἠγάπησε τήν Ἐκκλησίαν καί ἑαυτόν παρέδωκεν ὑπέρ αὐτῆς, ἵνα αὐτήν ἁγιάσῃ,... ἵνα παραστήσῃ αὐτήν ἑαυτῷ ἔνδοξον,... ἵνα ᾖ ἁγίᾳ καί ἄμωμος. Είναι λοιπόν η Εκκλησία «θεοπρεπεστάτη καί αγιοφόρος».
Η Εκκλησία τού Θεού είναι η ολόχρυση επτάφωτη λυχνία.
Η Εκκλησία είναι αγία, αυτό όμως δέν σημαίνει ότι όλα τά μέλη της είναι άγιοι. Στους κόλπους Της περιλαμβάνει ανθρώπους αμαρτωλούς καί αδύνατους, από τούς όποιους άλλοι αγωνίζονται για τήν σωτηρία τους, ενώ άλλοι αδιαφορούν. Ο Χριστός χρησιμοποιεί για τήν στρατευομένη Εκκλησία τήν παραβολή τοῦ ἀγροῦ στον όποιο συναυξάνονται τό σιτάρι με τά ζιζάνια. Ο τελικός διαχωρισμός γίνεται τήν ώρα τού θερισμού, δηλαδή στήν Δευτέρα Παρουσία. Η Εκκλησία όμως είναι αγία, διότι είναι τό Σώμα τού Χριστού. Καί ο Χριστός είναι η αυτοπηγή τής αγιότητος καί μεταδίδει σε όλους, Αγγέλους καί ανθρώπους, τό μύρο τής αγιότητος: Αγιάζει ολόκληρη τήν Εκκλησία, καί όσοι διατηρούν καθαρό τό δοχείο τής ψυχής καί τού σώματος δέχονται τήν δωρεά τής αγιότητός Του.
Η Εκκλησία είναι καθολική
Η τρίτη ιδιότητα τής Εκκλησίας είναι η καθολικότης. Καθολικόν ονομάζεται αυτό πού αναφέρεται στο σύνολο, αυτό πού περιλαμβάνει τό όλον (καθ’ όλου). Η Εκκλησία λοιπόν ονομάζεται καθολική, διότι κατέχει ολόκληρη καί ακέραιη τήν Αλήθεια, δηλαδή τον Χριστό. Πρώτος ο Θεοφόρος Ιγνάτιος χρησιμοποιεί τον όρο καθολική: «Όπου είναι ο Ιησούς Χριστός, εκεί είναι η καθολική Εκκλησία». Στήν αρχική χρήση τού όρου καθολική είναι εμφανής ο τονισμός τής ακεραιότητος καί γνησιότητος τής πίστεως. Είναι επομένως εσφαλμένη η χρήση τού όρου καθολική γιά τούς Δυτικούς, διότι αυτοί δεν διεφύλαξαν ανόθευτη τήν πίστη.
Αργότερα ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων δίνει μία αναλυτικότερη ερμηνεία τής καθολικότητος τής Εκκλησίας: «Η Εκκλησία ονομάζεται καθολική, διότι βρίσκεται σε όλη τήν οικουμένη, στά πέρατα τής γής. Διότι διδάσκει όλα ανεξαιρέτως τα δόγματα, τα οποία οφείλουν να γνωρίζουν οι άνθρωποι, σχετικά μέ τα ορατά καί αόρατα, τα επουράνια καί τα επίγεια. Διότι υποτάσσει στήν ορθή πίστη της κάθε κατηγορία ανθρώπων, αρχόντων καί αρχομένων, λογίων καί αγραμμάτων. Τέλος (ονομάζεται καθολική), διότι αφ’ ενός ιατρεύει τελείως καί θεραπεύει κάθε είδος αμαρτίας,... καί αφ’ ετέρου κατέχει η ίδια κάθε έννοια αρετής, σε έργα, σε λόγια, καί σε κάθε είδους πνευματικό χάρισμα».
Η καθολικότης αφορά στήν διδαχή τής Εκκλησίας, αναφέρεται όμως καί στον τόπο καί στον χρόνο, διότι αγκαλιάζει όλη τήν οικουμένη καί όλους τούς αιώνες. Ο λόγος τού Χριστού Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς, σχετίζεται μέ τήν οικουμενικότητα τής Εκκλησίας. Ο ψαλμικός λόγος Μνησθήσομαι τοῦ ὀνόματός σου ἐν πάσῃ γενεᾷ καί γενεᾷ, κατά τον ιερό Χρυσόστομο, σημαίνει ότι η Εκκλησία «θά επεκταθή σε όλη τήν οικουμένη, καί σε όλους τούς αιώνες».
Η Εκκλησία είναι καθολική, διότι διαφυλάσσει ολόκληρη τήν αλήθεια, βρίσκεται σέ όλη τήν οικουμένη, περικλείει ολα τά έθνη, αγιάζει όλους τούς αιώνες.
Η Εκκλησία είναι αποστολική
Η Εκκλησία είναι ἀποστολική, διότι έχει οικοδομηθή ἐπί τῷ θεμελίῳ τῶν Ἀποστόλων καί Προφητῶν, ὄντος ἀκρογωνιαίου αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Οι άγιοι Απόστολοι ονομάζονται εύστοχα στύλοι τής Εκκλησίας, διότι «βαστάζουν καί στηρίζουν τό κοινό σώμα τής Εκκλησίας». Δύο είναι τά αποστολικά γνωρίσματα τής Εκκλησίας: η αποστολικότης τής πίστεως καί η αποστολική διαδοχή τής Ιερωσύνης. Τό πρώτο αναφέρεται στήν πίστη, τήν οποία η Εκκλησία διατηρεί όπως τήν παρέλαβε από τους αγίους Αποστόλους, καί τήν παραδίδει ανόθευτη από γενιά σε γενιά. Τό δεύτερο είναι η βεβαίωση ότι η Ιερωσύνη στήν Εκκλησία ξεκινά από τούς αγίους Αποστόλους καί φθάνει με αδιάσπαστη συνέχεια μέχρι τούς σημερινούς Επισκόπους. Η διαδοχή αυτή εξασφαλίζεται με τήν κανονική χειροτονία τού Επισκόπου, δηλαδή αυτήν πού είναι σύμφωνη με τούς ιερούς Κανόνες τής Εκκλησίας.
Οι πιστοί φυλάσσουμε με ευλάβεια τήν πίστη, όπως μάς τήν παρέδωσαν οι άγιοι Απόστολοι. «Αυτή τήν πίστη παρέλαβε η Εκκλησία, καί ενώ είναι διεσπαρμένη σέ όλο τον κόσμο, εν τούτοις τήν διαφυλάσσει μέ επιμέλεια, σαν νά κατοική σέ ενα σπίτι. Πιστεύει μέ τον ίδιο τρόπο (στά δόγματά της), σάν νά έχη μία ψυχή καί μία καρδιά, καί από συμφώνου κηρύττει καί διδάσκει καί παραδίδει αυτά, σάν νά έχη ένα στόμα... Όπως ο ήλιος, τό κτίσμα τού Θεού, είναι σέ όλο τον κόσμο ένας καί ο αυτός, έτσι καί τό κήρυγμα τής αλήθειας παντού λάμπει καί φωτίζει όλους τούς ανθρώπους».
γ. Η είσοδος τού ανθρώπου στήν Εκκλησία
Η Εκκλησία είναι ο λαός τού Θεού, στον οποίο πολιτογραφηθήκαμε μέ τό άγιο Βάπτισμα. Γι’ αυτό, στο Σύμβολο της πίστεως, μετά τήν ομολογία πίστεως στήν Εκκλησία, ομολογούμε ἕν Βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν.
Μέ τό άγιο Βάπτισμα ο άνθρωπος ελευθερώνεται τελείως από την αμαρτία καί από τον Διάβολο. Δέχεται μέσα του τέλεια την χάρι τού Αγίου Πνεύματος, καί αποκαθίσταται πλήρως τό κατ’ εἰκόνα. Έρχεται στην προπτωτική κατάσταση, τελείως ελεύθερος νά ακολουθήση τον Χριστό ή τον Διάβολο. Από τον ίδιο καί τήν ελεύθερη βούλησή του εξαρτάται αν θά προχωρήση στο καθ' ὁμοίωσιν.
Μέ τό άγιο Βάπτισμα, διά τού Αγίου Πνεύματος, γεννιόμαστε εν Χριστώ καί γινόμαστε μέλη τής Εκκλησίας. Πριν από τήν βάπτισή του ο κατηχούμενος δεν ανήκει ακόμη στο Σώμα τού Χριστού, είναι έξω από τήν ποίμνη τού καλού Ποιμένος. Γι’ αυτό ο Λειτουργός παρακαλεί τον Κύριο: Φύτευσον αὐτόν φύτευμα ἀληθείας ἐν τῇ ἁγίᾳ σου, καθολικῇ καί ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ.
Αμέσως μετά τήν βάπτισή του, ο νεοφώτιστος χρίεται μέ τό άγιο Μύρο καί λαμβάνει τήν σφραγίδα τής δωρεάς τού Αγίου Πνεύματος. Τό Μυστήριο αυτό είναι η προσωπική Πεντηκοστή κάθε πιστού, διότι κατέρχεται σ’ αυτόν ό Παράκλητος καί μεταδίδει τις δωρεές Του.
Μετά τήν χρίση ακολουθεί η συμμετοχή στήν θεία Λειτουργία, κατά τήν οποία ο νεοφώτιστος συμμετέχει στήν θεία Κοινωνία. Μέ τό άγιο Βάπτισμα, τό Χρίσμα καί τήν θεία Κοινωνία, αναγεννιόμαστε εν Χριστώ, λαμβάνουμε τήν δωρεά τού Αγίου Πνεύματος, καί γινόμαστε ένα Σώμα μέ τον Χριστό καί μέλη τής αγίας Του Εκκλησίας.
δ. Η Εκκλησία είναι κοινωνία Αγίων
Οι πιστοί, πού αποτελούν τήν Εκκλησία, έχουν κληθή από τον Κύριο νά κατακτήσουν μέ τήν χάρι Του τήν αγιότητα, μιμούμενοι τον Ίδιο.
Η αγιότης των μελών τής Εκκλησίας απορρέει από τήν αγιότητα τού Χριστού. Ο βαπτιζόμενος δέχεται ως δωρεά τού Αγιου Πνεύματος τήν αγιότητα, καί τήν χάρι να παραμείνη στήν κατάσταση τής αγιότητος. Σέ όσους μετά τό Βάπτισμα αμάρτησαν, δίνεται η δυνατότητα επιστροφής στήν αγιότητα, μέ τό Μυστήριο τής μετανοίας.
γιος ονομάζεται ο βαπτισμένος χριστιανός, που μέ τον συνεχή προσωπικό του αγώνα καί τήν βοήθεια τού Θεού απαλλάχθηκε από τά πάθη καί έγινε δοχείο τής χάριτος τού Αγίου Πνεύματος. Λέγει ο ιερός Χρυσόστομος: «Ο άγιος δέν αναδεικνύεται μόνο μέ τήν απαλλαγή από τις αμαρτίες, αλλά καί μέ τήν παρουσία τού Αγίου Πνεύματος καί τον πλούτο τών αγαθών έργων».
Η αγία μας Εκκλησία, ως καλή καί στοργική Μητέρα, δείχνει στα παιδιά Της τον θείο έρωτα που έκαιγε στις καρδιές τών Αγίων καί έτσι κατώρθωσαν τα ακατόρθωτα. Στήν Τράπεζα τής Ζωής οι Άγιοι παραθέτουν τήν αγία ζωή τους καί τα άγιά τους Λείψανα, για νά ευφρανθούμε πνευματικά. Στήν ακολουθία τού Όρθρου —πού προηγείται τής θείας Λειτουργίας— ακούμε για τούς θαυμαστούς αγώνες τους. Οι Άγιοι αγωνίστηκαν «κι εμείς αγαλλόμαστε. Δικό τους είναι τό στεφάνι, καί έχουμε κοινή τήν δόξα... Οι Μάρτυρες είναι μέλη δικά μας. Επομένως εἴτε πάσχει ἕν μέλος, συμπάσχει πάντα τά μέλη, εἴτε δοξάζεται ἕν μέλος, συγχαίρει πάντα τά μέλη. Η κεφαλή στεφανώνεται, καί τό υπόλοιπο σώμα αγάλλεται. Ένας γίνεται ολυμπιονίκης καί ολόκληρο πλήθος ευφραίνεται».
Είναι δικαιολογημένη η πανήγυρις τών πιστών. Οι προσευχές των Αγίων είναι στήριγμα τού σώματος τής Εκκλησίας. «Είναι τόση η ευσπλαγχνία των Αγίων, ώστε δεν μεριμνούν μόνο για τον εαυτό τους, άλλα παρακαλούν τον Θεό για όλη τήν οικουμένη σαν νά είναι μία οικία. Τον παρακαλούν για όλο τό πλήθος τών ανθρώπων, σαν νά πρόκειται για ένα σώμα».
Οι Άγιοι μάς καλούν όλους στήν θεία Ευχαριστία. Εκεί ευχαριστούμε τον Θεό καί γιά τους Αγίους που μάς χάρισε ως προστάτες, οδηγούς καί πρότυπα στήν ζωή μας. Στήν θεία Λειτουργία, βιώνουμε τήν φανέρωση τής κοινωνίας των Αγίων. «Οι Άγιοι, επειδή έχουν αγωνισθή μαζί μέ τον Χριστό, απολαμβάνουν μέ τό φρικτό αυτό Μυστήριο, μέ τήν συμμετοχή δηλαδή στήν σωτήριο αυτήν Θυσία, μεγαλύτερη δόξα καί ανάβαση. Κι εμάς, όσο περισσότερο μάλιστα τούς μνημονεύουμε, μάς συμφιλιώνουν μέ τον Χριστό καί μάς συνενώνουν μαζί Του».
Ο χορός των Αγίων είναι η απόδειξη ότι μάς χαρίσθηκε ήδη η Βασιλεία τού Θεού: Η Εκκλησία, «μέ τις μυριάδες των μελών της, πού έστειλε σάν αποικία στον ουρανό, κληρονόμησε στήν πραγματικότητα την ίδια τήν Βασιλεία των ουρανών».
Επεξεργασία κειμένων π. Σάββας Γεωργιάδης
από το βιβλίο "Η Ορθόδοξη Πίστη, Λατρεία και Ζωή" του ιερομον. Γρηγορίου