Ἡ ἱστορία τοῦ Ναοῦ τῆς Ἐνορίας Ἁγίου Γερασίμου ξεκινάει, σύμφωνα μὲ προφορικὲς πληροφορίες, τὸ 1919, λαμβανομένου ὑπ’ ὅψιν ὅτι ἀπὸ τὸ 1926, τουλάχιστον, εἶναι ἐνορία καὶ ὅτι ὑπάρχουν βιβλία Βαπτίσεων και Γάμων.

Κατὰ τὰ ἔτη 1945 – 1947, τὸ ἐκκλησιαστικὸ συμβούλιο, ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ ἱερέως Σπυρίδωνος Ζέγγου, ἀνέλαβε καὶ συνέχισε τὴν ἐπέκταση τοῦ μέχρι τότε Ἱ. Ναοῦ, καθ’ ὅσον στὴν συνοικία εἶχαν ἐγκατασταθεῖ καὶ νέοι κάτοικοι καὶ ὁ χῶρος του ἦταν ἀνεπαρκὴς γιὰ τὸν ἐκκλησιασμό τους.
Οἱ ἐργασίες ξεκίνησαν ἔχοντας ἐθελοντὲς πάρα πολλοὺς ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς, ὅλων τῶν ἡλικιῶν. Ὅλοι σχεδὸν οἱ τεχνίτες τῆς συνοικίας προσῆλθαν καὶ προσέφεραν ἐθελοντικὰ τὶς γνώσεις τους καὶ τὴν ἐργασία τους, καὶ ὅλοι οἱ κάτοικοι συνέβαλλαν ποικιλοτρόπως γιὰ τὴν ἀνέγερση-ἐπέκταση τοῦ Ναοῦ. Στὴν προσπάθεια αὐτὴ συνέβαλαν καὶ ἐργοστάσια παραγωγῆς τσιμέντου, καθὼς καὶ τὸ Ὑπουργεῖο Συγκοινωνιῶν, μὲ τὴν δωρεὰ καὶ παροχὴ τσιμέντου καὶ σιδήρου, ἀντίστοιχα. Ἔτσι ὁλοκληρώθηκε ἡ κατασκευὴ τοῦ Ναοῦ ἐντὸς διετίας.

Τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1961 ἀποφασίστηκε ἡ κατασκευὴ τοῦ τέμπλου, ἡ ὁποία ἀνατέθηκε στὸν διδάσκαλο τῆς Σχολῆς Καλῶν Τεχνῶν τῆς Τήνου, Γιάννη Φιλιππότη. Τὸ τέμπλο σχεδιάστηκε πανομοιότυπο μὲ τὸ τέμπλο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ρώσσου ποὺ βρίσκεται στὸ Προκόπι Εὐβοίας, τὸ ὁποῖο εἶχε καλλιτεχνηθεῖ καὶ κατασκευασθεῖ ἀπὸ τὸν ἴδιο.

Τὸ 1962 ἀνατέθηκε στὸν ἁγιογράφο Εὐάγγελο Μαυρικάκη ἡ Ἁγιογράφηση τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, ποὺ ὁλοκληρώθηκε τὸν Μάρτιο τοῦ 1964 μαζὶ μὲ τὴν ἱστόρηση τοῦ Παντοκράτορος στὸν τροῦλο τοῦ Ναοῦ.
Ἡ ἁγιογράφηση ὅλου τοῦ Ναοῦ ὁλοκληρώθηκε τὸν Μάϊο τοῦ 1969.

Ἀπὸ τότε μέχρι καὶ σήμερα, συνεχίστηκαν οἱ ἐργασίες καὶ οἱ ἐπεκτάσεις τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, ὅπως τὸ Περιστύλιο καὶ τὸ Παρεκκλήσιο, λόγῳ τῆς αὐξημένης προσέλευσης τῶν κατοίκων τῆς συνοικίας τῶν Ἄνω Ἰλισίων στὸν Ἅγιο Γεράσιμο.

 

 

Ἄγγελος οὐρανόφρων ἐγνωρίσθης ἐν κόσμῳ Γεράσιμε, ὡς ἄϋλος βιώσας,
τό σῶμα σου ἄφθαρτον μένον καί εὐωδίαν βλύζον ἀένναον
ἐξιστᾷ τούς ὁρῶντας καί πείθει βοᾶν πρός σέ ταῦτα:

Χαῖρε ἡ δόξα τῶν ἱερέων,
Χαῖρε τό κλέος τῶν μοναζόντων,
Χαῖρε τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων ὁ σύσκηνος,
Χαῖρε τῆς Τριάδος ὁ οἶκος ὁ πάντερπνος,
Χαῖρε ὕψος θείας γνώσεως δυσερμήνευτον πολλοῖς,
Χαῖρε βάθος ταπεινώσεως δυσαντίβλεπτον βροτοῖς,
Χαῖρε ὅτι ὡράθης θεωρίας ἀκρότης,
Χαῖρε ὅτι ἐφάνης πρακτικῆς ποδηγέτης.
Χαῖρε Κεφαλληνίας ἀδιάσειστος στῦλος,
Χαῖρε ὁ τοῦ Κυρίου γνησιώταος φίλος.
Χαῖρε λαμπτής εὐσεβοῦς ἀληθείας,
Χαῖρε σφραγίς νοερᾶς ἐργασίας.

Χαῖρε πάτερ Γεράσιμε.

Ἀπολυτίκιον 
 (Ἦχος α΄)

Τῶν Ὀρθοδόξων προστάτην καὶ ἐν σώματι ἄγγελον,
καὶ θαυματουργὸν θεοφόρον νεοφανέντα ἡμῖν,
ἐπαινέσωμεν πιστοὶ θεῖον Γεράσιμον·
ὅτι ἀξίως παρὰ Θεοῦ ἀπείληφεν, ἰαμάτων τὴν ἀέναον χάριν·
ῥώννυσι τοὺς νοσοῦντας, δαιμονῶντας ἰᾶται·
διὸ καὶ τοῖς τιμῶσιν αὐτόν, βρύει ἰάματα.

Ὁ Ἅγιος Γεράσιμος γεννήθηκε τὸ 1506 στὰ Τρίκαλα τῆς Κορινθίας καὶ ἦταν ἀπόγονος τῆς ἀριστοκρατικῆς οἰκογενείας τῶν Νοταράδων. Οἱ γονεῖς του ὀνομάζονταν Δημήτριος καὶ Καλή, ἐνῶ προπάππος του ἦταν ὁ Λουκᾶς Νοταρᾶς, τελευταῖος πρωθυπουργὸς τοῦ Βυζαντίου καὶ συγγενὴς ἐκ μητρὸς μὲ τὸν Κωνσταντῖνο Παλαιολόγο, τὸν μαρτυρικὸ Αὐτοκράτορα τοῦ Βυζαντίου.

Ἀφοῦ ἔλαβε πλουσιοτάτη παιδεία, περιόδευσε σὲ ὅλους τοὺς ἱεροὺς τόπους τῆς Ἑλλάδας. Πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη, προσκύνησε τοὺς τάφους τῶν προγόνων του καὶ στὴ συνέχεια, ἀφοῦ ἐκάρη μοναχὸς στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀσκήτευσε μέσα σὲ σπήλαιο, στὴν ἔρημο τῆς Καψάλας (Κελλίον Μεγάλου Βασιλείου).

Τὸ 1540 περίπου μετέβη γιὰ προσκύνημα στοὺς Ἁγίους Τόπους. Ἀφοῦ παρέμεινε ἐκεῖ ὑπηρετῶντας ὡς κανδηλανάπτης στὸν Ναὸ τῆς Ἀναστάσεως καὶ ἀσκούμενος στὶς Μονὲς πλησίον τοῦ Ἰορδάνου ἐπὶ 12 ἔτη, χειροτονήθηκε ἱερεὺς ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Γερμανό. Ἐπιθυμῶντας ὡστόσο, περισσότερη ἡσυχία, μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Πατριάρχη ἀφήνοντας τὰ Ἱεροσόλυμα μετέβη στὴν Κρήτη καὶ ἀπὸ κεῖ στὴν Ζάκυνθο, ἐγκαταβιώνοντας πάντα σὲ σπήλαια, ἔρημες ἀπότομες καὶ κρημνώδεις τοποθεσίες.
Τὸ 1555 κατέληξε στὴν Κεφαλλονιὰ, ἐπιλέγοντας καὶ πάλι νὰ ζήσει ἀσκητικά, μέσα σὲ ἕνα σπήλαιο, στὴν περιοχὴ "Λάσση" τῆς πόλης τοῦ Ἀργοστολίου, ἐπὶ πέντε ἔτη.
Τὸ 1560 ἀνακαινίζοντας ἕνα ἐξωκκλῆσι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὴν περιοχὴ τῶν Ὁμαλῶν καὶ ὑποκύπτοντας στὶς παρακλήσεις πιστῶν τῆς περιοχῆς, ἵδρυσε γυναικεία κοινοβιακὴ Μονὴ μὲ πολυμελῆ ἀδελφότητα ὀνομάζοντάς την "Νέα Ιερουσαλήμ".

Λειτουργῶντας μάλιστα καὶ σχολεῖο μέσα στὴν Μονή, δίδασκε ὁ ἴδιος στὰ παιδιὰ τὰ ἑλληνικὰ γράμματα, ἀνάγνωση καὶ γραφή, ἔτσι διετέλεσε -ἐκτὸς τῶν ἄλλων- καὶ ὡς «διδάσκαλος» ὁ Ἅγιος Γεράσιμος, ὅπως χαρακτηριστικὰ ἀναφέρεται στὸ πρακτικὸ τῆς ταφῆς του.
Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ φράση τοῦ Ἁγίου μὲ τὴν ὁποία νουθετοῦσε ἕως ἐσχάτου ἀναπνοῆς: "Τεκνία εἰρηνεύετε ἐν ἐαυτοῖς καὶ μὴ τὰ ὑψηλὰ φρονεῖτε".

Ἐκοιμήθη ἀνήμερα τῆς Παναγίας, τοῦ ἔτους 1579, ἔτσι γιὰ λόγους ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας, ἡ μνήμη τῆς κοιμήσεώς του μετετέθη τὴν ἑπομένη στὶς 16 Αὐγούστου.
Μετὰ 2 ἔτη, στὶς 29 Ὀκτωβρίου, ἔγινε ἡ ἀνακομιδὴ τοῦ λειψάνου του, μὲ τὴν ἐπέμβαση ὅμως τῶν παπικῶν, οἱ Βενετσιάνοι διέταξαν τὴν ἐπαναταφή του.
Ἡ ἀνακομιδὴ ἔγινε ξανά, γιὰ δεύτερη φορά, στὶς 20 Ὀκτωβρίου τοῦ ἑπόμενου ἔτους, ἡμερομηνία ποὺ καὶ κυρίως καθιερώθηκε νὰ ἑορτάζεται ἡ μνήμη του πανηγυρικά.

Τὸ ἱερό του λείψανο παραμένει ἄφθαρτο καὶ εὐωδιάζον καὶ ἐκτίθεται πρὸς προσκύνηση καὶ ἁγιασμὸ τῶν πιστῶν μέσα σὲ τζαμένια λειψανοθήκη ποὺ ἐνσωματώνεται σὲ μεγαλύτερη, ἀσημένια, περίτεχνη λάρνακα, τοποθετημένη πάνω ἀπὸ τὸν τάφο τοῦ Ἁγίου.

 

 

άγιος γεράσιμος

Ἀπολυτίκιον 

Τῶν Ὀρθοδόξων προστάτην καὶ ἐν σώματι ἄγγελον, καὶ θαυματουργὸν θεοφόρον νεοφανέντα ἡμῖν, ἐπαινέσωμεν πιστοὶ θεῖον Γεράσιμον· ὅτι ἀξίως παρὰ Θεοῦ ἀπείληφεν, ἰαμάτων τὴν ἀέναον χάριν· ῥώννυσι τοὺς νοσοῦντας, δαιμονῶντας ἰᾶται· διὸ καὶ τοῖς τιμῶσιν αὐτόν, βρύει ἰάματα. 

 Ο Ναός μας πανηγυρίζει στις 20 Ὀκτωβρίου