


Μάρτιος 2025
Ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μπλεγμένη μέ τίς ρίζες τῶν παθῶν, πού εἶναι ἀκανθώδεις, καί τήν ἔχουν «γαντζώσει» γιά τά καλά. Μόλις λοιπόν ἐπιχειρήση ὁ ἄνθρωπος μέ τήν φώτισι τοῦ Θεοῦ νά ξερριζώση ἕνα πάθος, σκίζει καί τήν καρδιά, πού βγάζει αἷμα καί πονάει. Ἄν δέν κάνη ὁ ἄνθρωπος ὑπομονή στόν πόνο, σταματάει ἐκεῖ καί ἐγκαταλείπει τόν ἀγῶνα καί μένει ἐμπαθής καί ἁμαρτωλός.
Γι’ αὐτό καί οἱ ἅγιοι Πατέρες, μέ τήν φώτισι τοῦ Θεοῦ, μέ τήν προσευχή κ.λπ. ἀγωνίστηκαν καί πίεσαν τόν ἑαυτό τους καί ξερρίζωσαν σιγά - σιγά τίς ρίζες τῶν παθῶν καί ἔφθασαν στήν ἀπάθεια. Καί μετά δέν ἐπολεμοῦντο οὔτε ἀπό ὑπερηφάνεια, οὔτε ἀπό κενοδοξία, οὔτε ἀπό φθόνο, οὔτε ἀπό λογισμούς.
Βλέπουμε τούς ἁγίους νά κάνουνε θαύματα καί νά μήν ὑπερηφανεύωνται καθόλου. Ὅταν κενόδοξη ὁ ἄνθρωπος γιά τό ἔργο πού κάνει, χάνει τό μισθό του.
Ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Θεόφιλος πῆγε στό ὄρος τῆς Νιτρίας στήν Αἴγυπτο, καί ἐρώτησε τόν πιό πνευματικό καί προοδευμένο γέροντα καί τοῦ λέει:
«Ποιά εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀρετή πού βρῆκες καί ποιά εἶναι αὐτή πού ἀξίζει πάνω ἀπ’ ὅλες τίς ἀρετές;»
Ἀπάντησε ἐκεῖνος: «Βρῆκα τήν αὐτομεμψία, δηλαδή τό νά κατηγορῶ τόν ἑαυτό μου καί νά ρίχνω τό βάρος ἐπάνω μου, ὅτι ἐγώ φταίω “Τό μέμφεσθαι ἐαυτόν”».
Ὁ Μέγας Ἀντώνιος λέγει: «Ἄν ὁ ἄνθρωπος ρίξη τό βάρος ἐπάνω του, βρίσκει ἀνάπαυσι. Τήν στιγμή πού θά τό ρίξη στόν ἄλλον, θά βρῆ ταραχή μέσα του».
Δοκιμάστε το σέ μία περίπτωσι, σ’ ἕναν πειρασμό. Πέστε ὅτι ἔφταιξε ἐκεῖνος, ὁ ἄλλος.... Αἰσθάνεσθε ταραχή, ἀνακατωσούρα μέσα σας, στενοχώρια! Ἅπαξ καί πῆς: «Δέν φταίει ὁ ἄλλος, ἐγώ φταίω. Ὤπ! σάν νά προσγειώνεσαι σέ στερεό ἔδαφος καί δέν φοβᾶσαι μή πέσης».
Πρέπει, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος ἀφοῦ πιάση τό θέμα νά ἀγωνισθῆ ἐσωτερικά. Πρέπει νά κατέβη, νά ἐντοπίση τό κακό στήν καρδιά, καί νά πολεμήση τό πάθος. Καί τότε πρέπει νά δεηθῆ τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος νά πάρη δύναμι νά «στραμπουλήξη» τό ἐγώ, νά βάλη μετάνοια.
Ὅταν τό κάνη κανείς αὐτό τό πρᾶγμα, ἀμέσως νοιώθει μιά χαρά, μιά ξεκούρασι, μιά ἐλάφρυνσι. Ἐμεῖς ὅμως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, θεωρῶντας ὅτι ὁ ἄλλος φταίει τόν κατακρίνουμε καί θεωροῦμε τόν ἑαυτό μας μή σφάλλοντα.
Μᾶς σκοτίζει ἡ ἁμαρτία, μᾶς σκοτίζει ὁ δαίμονας, γιά νά μᾶς κρατάη ὅλους στήν κατάκρισι. «Μή κρίνετε, ἵνα μή κριθῆτε· ἐν ᾧ κρίματι κρίνετε, κριθήσεσθε» (Ματθ. 7, 1).
Χρειάζεται πάρα πολλή προσοχή στά ἔργα μας καί νά ἀγωνιζώμεθα νά ξερριζώσουμε τόν ἐγωϊσμό, αὐτό τό φοβερό θηρίο, πού μᾶς τρώει ὅλα τά σωθικά. Τό «ἐγώ»!
Αὐτό βοηθάει στήν κατάκρισι, αὐτό φουσκώνει τόν λογισμό ὅτι κάτι φτιάχνουμε, ὅτι εἴμαστε καλοί, ὅτι ἔχουμε ἀρετές, ὅτι ἔχουμε δίκαιο.
Πρέπει νά προσέχουμε πότε πρέπει νά μιλήσουμε καί τί πρέπει νά ποῦμε· «Κάλλιον πεσεῖν ἐξ ὕψους ἡ ἀπό γλώσσης». Καλύτερα εἶναι κανείς νά πέση ἀπό ἕνα ὕψος καί νά σπάση τό κεφάλι καί τά πόδια του, τά ὁποῖα εἶναι σωματικά καί θεραπεύσιμα, παρά νά πέση ἀπό τήν γλῶσσα, ἡ ὁποία κάνει φοβερά σφάλματα καί μέ ἕνα λόγο μπορεῖ νά ὁδηγήση τόν ἄλλον ἀκόμη καί στήν αὐτοκτονία, τόν φέρουμε σέ ἀπελπισία, ἡ μπορεῖ καί μέ ἕνα λόγο μας νά πάρη τόν δρόμο τῆς ἁμαρτίας.
Πρέπει ἀκόμη νά προσέξουμε στήν καλή ἐκμετάλλευσι τοῦ χρόνου, γιά νά μᾶς πλουτίζη κατά Χριστόν γιά τήν αἰώνια ζωή. Ὅταν τόν χρόνο τόν σπαταλήσουμε ἔτσι ἄσκοπα καί χωρίς κέρδος πνευματικό, νά σκεπτώμεθα τόν Θεό, νά λέμε τήν εὐχή καί νά διώχνουμε τούς κακούς λογισμούς.
Ἐπεξεργασία κειμένου: π. Σάββας Γεωργιάδης