Πνευματικά Κείμενα

Είθε η ανάγνωση και ο στοχασμός επάνω στα κείμενα αυτά, να είναι αφορμή προσευχής και αναφοράς στον Κύριό μας Ιησού Χριστό και τον προστάτη μας Άγιο Γεράσιμο

Βίος Ἁγίου Νεκταρίου

Ὁ ἅγιος Νεκτάριος, κατὰ κόσμον Ἀναστάσιος, τὸ πέμπτο ἀπὸ τὰ ἔξι παιδιὰ τοῦ Δήμου καὶ τῆς Βασιλικῆς Κεφαλᾶ, γεννήθηκε τὴν 1η Ὀκτωβρίου τοῦ 1846 στὴ Σηλυβρία τῆς Θράκης.
Τὸ 1876 ἐκάρη μοναχὸς καὶ στὶς 15 Ἰανουαρίου 1877 χειροτονήθηκε διάκονος, ὀνομασθεὶς Νεκτάριος, ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Χίου Γρηγόριο.
Τὸ 1886 ὑπὸ τοῦ πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Σωφρονίου Δ΄ χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καὶ στίς 15 Ἰανουαρίου 1889 Μητροπολίτης Πενταπόλεως μὲ δράση καταπλητικὴ καὶ ἔνεκα αὐτοῦ ἦταν βασικὸς ὑποψήφιος τοῦ πατριαρχικοῦ θρόνου Ἀλεξανδρείας.
Ἐπέστρεψε στὴν Ἑλλάδα, ὅπου διετέλεσε ἱεροκύρηκας Εὐβοίας (1891-1893), Φθιώτιδας καὶ Φωκίδας (1893-1894) καὶ διευθυντὴς τῆς Ριζαρείου Ἐκκλησιαστικῆς Σχολῆς στὴν Ἀθήνα (1894-1904).


Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Σοφρωνίου (1899), ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἐκλήθη νὰ τὸν διαδεχθεῖ, ἀλλά ὁ Ἅγιος ἀρνήθηκε.
Τὸ 1904 ἴδρυσε γυναικεία μονὴ στὴν Αἴγινα, τῆς ὁποίας ὑπῆρξε πνευματικὸς καὶ ἐγκαταβίωσε ἐκεῖ ἀπὸ τὸ 1908, μετὰ τὴν παραίτησή του ἀπὸ τὴ Ριζάρειο Σχολή.
Ἔγραψε ἀρκετὰ συγγράμματα, κυρίως βοηθητικὰ τοῦ θείου κηρύγματος, ἀλλὰ κυρίως ἡ ταπεινοφροσύνη καὶ ἡ φιλανθρωπία του ὑπῆρξαν παροιμιώδεις.
Ἐκοιμήθη τὴν 8η Νοεμβρίου 1920. Ἐνταφιάστηκε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίας Τριάδος στὴν Αἴγινα. Μὲ Πράξη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου διακηρύχθηκε ἅγιος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τὸ 1961.

Λόγος περὶ προσευχῆς
Ἡ ἀληθινὴ, ἡ ἀπερίσπαστος, ἡ ἀρρέμβαστος εὐχὴ, «ἡ μετ’ ἐκτενείας, μετ’ ὀδυνωμένης ψυχῆς, μετὰ συντεταγμένης διανοίας γινομένη, διάλεξις ἐστι πρὸς τὸν Θεόν». ...

Τὰ πρόσωπα τῶν ἁγίων προβάλλονται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία σὰν τοὺς ἀψευδέστερους μάρτυρες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τῆς ζωντανῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν κόσμο. Τοὺς τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία εἰς ἔνδειξη εὐχαριστίας καὶ εὐγνωμοσύνης γιὰ τὴν σταθερότητα καὶ ὑπακοὴ τους στὸ θέλημα τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ.
Μέσα στὴ χορεία τῶν Ἁγίων συγκαταλέγονται οἱ Προφῆτες, οἱ ὁποῖοι προεφήτεψαν τὴν ἔλευση τοῦ Μεσσία στὸν κόσμο, ἔπειτα οἱ Ἀπόστολοι, οἱ ἀσφαλεῖς καὶ θεοφθόγγοι κήρυκες, ὁποῖοι κήρυξαν τὸ Εὐαγγέλιο «εἰς πάντα τὰ ἔθνη» ὑπακούοντας στὸ λόγο τοῦ Κυρίου. Ἀκολουθοῦν οἱ Πατέρες ποὺ ὁροθέτησαν σὲ χαλεποὺς καιροὺς τὴν ὀρθόδοξη πίστη, διδάσκοντας καὶ φωτίζοντας τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, ἀγωνιζόμενοι νὰ δώσουν στοὺς ἀνθρώπους τὴν δυνατότητα νὰ γνωρίσουν τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστὸ.
Στὴ συνέχεια εἶναι οἱ Μάρτυρες ποὺ ἔδωσαν τὸ αἷμα τους γιὰ «τοῦ Χριστοῦ τὴν πίστη τὴν Ἁγία», οἱ Νεομάρτυρες, οἱ ὁποῖοι κατὰ τοὺς δύσκολους χρόνους τῆς Τουρκοκρατίας ἐτελείωσαν τὴ ζωὴ τους μὲ μαρτυρικὸ τρόπο, οἱ Ἀσκητὲς καὶ οἱ Ὅσιοι ποὺ ἀσκητέψαν ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὁπαῖς τῆς γῆς. Ὅλοι αὐτοὶ, εἶναι οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας ποὺ κοσμοῦν καὶ λάμπουν τὰ προσκυνητάρια τῶν Ναῶν καὶ τῶν σπιτιῶν μας καὶ πρεσβεύουν γιὰ ὅλους ἐμᾶς πρὸς τὸν Παντοκράτορα Κύριο.
Οἱ Ὅσιοι εἶναι μοναχοὶ/μοναχὲς ποὺ ἔζησαν σὲ μοναστήρια ἤ ἀσκητὲς καὶ ἀναχωρητὲς ποὺ κατὲφυγαν σὲ ἔρημους τόπους καὶ ἔζησαν σὲ ἁπλὰ φτωχικὰ οἰκήματα ἤ σὲ σπηλιὲς. Ὁ ἀποκλειστικὸς σκοπὸς τους ἧταν καὶ εἶναι νὰ ἀφιερωθοῦν στὸν Χριστὸ ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ ἀγάπη πρὸς Αὐτόν. Νὰ προσεύχονται ἀδιαλείπτως, νὰ μειώνουν στὸ ἐλάχιστο τὸ φαγητὸ καὶ τὸν ὕπνο τους καὶ νὰ ἀγωνίζονται συνεχῶς νὰ ἐφαρμόσουν μὲ ἀκρίβεια ὅλες τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ μὲ σκοπὸ νὰ μιμηθοῦν στὴ ζωὴ τους τὸν Χριστὸ καὶ νὰ φθάσουν στὴ θέωση. Ἡ αὐστηρὴ αὐτὴ ἀσκητικὴ ζωὴ τους παρέχει τὴν κάθαρση ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα πάθη καὶ τὶς ἁμαρτίες. Τοὺς φωτίζει νὰ σκέπτονται καὶ νὰ ἐνεργοῦν κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τοὺς δίνει πλούσια τὴ Χάρη καὶ τὶς δωρεὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μὲ τὶς θεόπνευστες συγγραφὲς τους καὶ μὲ τὴν πνευματικὴ καθοδήγησή τους, σὲ ὅσους τοὺς πλησιάζουν, προσφέρουν μεγάλη ἐνίσχυση, παρηγοριὰ καὶ δύναμη σὲ πλήθη πιστῶν. Πολύτιμες εἶναι οἱ προσευχὲς τους ὑπὲρ τοῦ σύμπαντος κόσμου. Εὐεργετικὲς καὶ οἱ ποικίλες θαυματουργικὲς ἐπεμβάσεις τους, τὶς ὁποίες καὶ σήμερα ἀπολαμβάνουν οἱ πιστοί, ποὺ μὲ πίστη ἐπικαλοῦνται τὴ μεσιτεία τους.

Ἑνας τέτοιος ὅσιος εἶναι καὶ ὁ πολιοῦχος τῆς ἐνορίας μας.

Οἱ ἑορτὲς τῆς Παναγίας μας, οἱ Θεομητορικὲς Ἑορτὲς καὶ μέσα σ' αὐτές ἡ μεγαλύτερη ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ἕνα Πάσχα μικρό, ἕνα Πάσχα μὲς τὸ καλοκαίρι, μᾶς δίνει τὴν εὐκαιρία νὰ ἐκφράσωμε τὴν βαθειὰ μας εὐγνωμοσύνη πρὸς τὴν Μητέρα τοῦ Λυτρωτοῦ μας καὶ δική μας Μητέρα γιὰ ὅ,τι ἔχει κάνει γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ γιὰ τὸν κάθε ἕνα ἀπὸ μᾶς. Διότι, χωρὶς τὴ δικὴ της συνέργεια καὶ προσφορὰ εἰς τὸν Ἅγιον Τριαδικὸν Θεὸν δὲν θὰ ἐνσαρκοῦτο ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ. Περίμενε ὁ Θεὸς νὰ βρεθεῖ μία τέτοια ἁγία ψυχή, πανάσπιλη, πάναγνη, ἡ ὁποία θὰ προσέφερε ὅλη τὴν ἐλευθερία της εἰς τὸν Θεόν, ὥστε καὶ ὁ Θεὸς νὰ προσφερθῆ ὁλόκληρος σ' Αὐτήν.

 

Κι αὐτὴ ἦταν ἡ εὐλογημένη Μαρία, ἡ ταπεινὴ κόρη τῆς Ναζαρέτ. Τὴν εὐγνωμονοῦμε. Μᾶς ἔδωσε ὅ,τι πολυτιμότερο ἔχουμε στὴ ζωὴ μας. Τὸν Σωτῆρα μας. Τὶ θὰ εἴμαστε χωρὶς τὸν Σωτῆρα Χριστόν; Οἱ ἀπελπισμένοι κατάδικοι τοῦ θανάτου. Οἱ αἰώνιοι αἰχμάλωτοι τοῦ διαβόλου. Χωρὶς ἐλπίδα. Ἐάν λοιπὸν ἔχωμε Σωτῆρα καὶ Λυτρωτὴ καὶ Θεὸν τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν, Θεὸν ἐνανθρωπήσαντα, αὐτὸ τὸ ὀφείλουμε εἰς τὴν Κυρίαν Θεοτόκον. Γι' αὐτὸ ὁ ἔπαινος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι παντοτινός. Οἱ ὕμνοι τῆς Ἐκκλησίας εἶναι παντοτινοὶ κι ἀνεξάντλητοι πρὸς τὸ πρόσωπον τῆς Κυρίας Θεοτόκου. Κανένα πρόσωπο ἐπὶ τῆς γῆς δὲν ἐτιμήθη μὲ τόσους ὕμνους, μὲ τόσες δοξολογίες, μὲ τόσες διακοσμητικὲς ἐκφράσεις μὲ ὅσες ἡ Παναγία μας...

Ὁ προφήτης Ἰωνᾶς φέρεται στὴν Παλαιὰ Διαθήκη πέμπτος μεταξὺ τῶν μικρῶν λεγομένων προφητῶν.
Ὁ Κύριος τὸν εἶχε διατάξει νὰ πάει στὴ Νινευί, ἕδρα πλάνης, μάταιων πλεονεξιῶν καὶ ὀργίων, γιὰ νὰ κηρύξῃ σ' αὐτὴ καὶ νὰ προφητέψῃ τὴν καταστροφὴ της.
Ἡ Ἐκκλησία τελεῖ τὴ μνήμη του τὴν 21η Σεπτεμβρίου.

Ταράχθηκε ἡ θάλασσα μὲ τὴ φυγή του καὶ τρόμαξε ἡ ξηρὰ μὲ τὸ κήρυγμά του· ἡσύχασε ἡ θάλασσα μὲ τὴν προσευχὴ του καὶ θαύμασε ἡ ξηρὰ μὲ τὴν πολλὴ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ. Ἡ προσευχὴ ἔσωσε τὸν Ἰωνᾶ ἀπὸ τὸ κῆτος καὶ ἡ δέηση καὶ ἡ μετάνοια σώζει τὴν Νινευὶ ἀπὸ τὴν καταστροφή.
Ἄκουσαν οἱ ἄρχοντες καὶ ὁ λαὸς, ταπεινώθηκαν καὶ πόθησαν τὴν μετάνοια καὶ παρακαλοῦσαν τὸν Θεὸ καὶ γιὰ τὴ σωτηρία τους καὶ γιὰ τὴν σωτηρία ὅλων τῶν ἄλλων.
Τὰ παιδιὰ κρατοῦσαν τὶς μητέρες τους. Οἱ γυιοὶ ρωτοῦσαν μὲ δάκρυα τοὺς πατέρες τους· «Πότε θὰ ἐξαφανισθῇ ἡ εὔθυμη πόλη;».
Μόλις, ἄκουσαν αὐτὰ οἱ πατέρες των, ἐνῶ τὰ στόματά τους τὰ ἔφραξε ἡ λύπη· ὅμως, ὅπως ὁ Ἀβραάμ, θέλοντας νὰ παρηγορήσῃ τὸν Ἰσαάκ, τὸν γυιὸ του, προφήτευε χωρὶς τὴν θέλησή του, ἔλεγαν στὰ παιδιὰ τους. «Ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων. Παρηγορηθῆτε, διότι δὲν θὰ καταστραφῇ ἡ πόλη μας, διότι ἡ ὀργὴ περνᾶ καὶ φεύγει».

Βγῆκε ὁ βασιλιάς ἀπὸ τὸ παλάτι μὲ σάκκο μετανοίας καὶ κατατρόμαξε καὶ δάκρυσε ἡ πόλη. Ἔκλαψε καὶ ὁ βασιλιὰς γιὰ ὅλη τὴν πόλη, ὅταν τὴν εἶδε στὸ πένθος. Ὅλοι μαζὶ θρηνοῦσαν τόσο ὥστε καὶ οἱ ἴδιες οἱ πέτρες θρηνολογοῦν μαζὶ τους.

Τὸ μυστήριο τοῦ Γάμου, τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζεται «Μέγα Μυστήριον» ἤδη ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, συσχετίζεται μὲ τὴν λειτουργικὴ πράξη τῆς Ἐκκλησίας καὶ παραλληλίζεται ἡ ἕνωση ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς μὲ τὴν σχέση τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν Ἐκκλησία.
Οἱ ἑνούμενοι στὸ γάμο, ἐμβολιάζουν τὴν νέαν τους διαπροσωπικὴ ζωή, τὸ δημιουργούμενο νέο πρόσωπο, τὴν οἰκογένειά τους, στὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα, καὶ ἔτσι τὸ νέο αὐτὸ πρόσωπο ἡ καινούργια οἰκογένεια, ὄντας ἐμβολιασμένο στὸ σῶμα τῆς ἐκκλησίας καθίσταται θεανθρώπινο καὶ πραγματώνεται ὁ κύριος σκοπὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς ποὺ εἶναι ἡ θέωσή του.

Ἡ θέωση κατὰ τοὺς Ἁγίους Πατέρες, ἡ πρόσληψη ἀπὸ τὸν Χριστὸν, ἀναφέρεται εἰς τὸ ὅλον τοῦ ἀνθρώπου, ὡς ψυχοσωματικὴ ὀντότητα. «Ὁ Χριστὸς ὅλον, ὅλος ἀνέλαβε με καὶ ὅλος ὅλῳ ἡνώθη, ἵνα ὅλῳ τὴν σωτηρία χαρίσεται», διότι ἄλλως τὸ ἀπρόσληπτον καὶ ἀθεράπευτον.
Ἡ πρόσληψη τοῦ ἀνθρώπου, ὄχι μόνον ὡς ἀτόμου, ἀλλὰ καὶ ὡς κοινωνικοῦ ὄντος, ὡς ἄρρεν καὶ θήλυ ὁμοῦ, πραγματώνεται στὸ μέγα Μυστήριο τοῦ Γάμου καὶ ἐντάσσεται ἡ ὅλη κοινωνικὴ καὶ ἡ διαπροσωπικὴ ζωὴ τοῦ ζεύγους -τοῦ καινούργιου προσώπου- τῆς νέας οἰκογένειας στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἰδιαίτερη διαπροσωπικὴ σχέση ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς, ἡ διὰ βίου συμπόρευση, ὁ Γάμος, συνδεόταν ἀπαρχῆς μὲ τὴν λειτουργικὴ πράξη τῆς Ἐκκλησίας καὶ διὰ ἰδιαιτέρας εὐλογίας.

άγιος γεράσιμος

Ἀπολυτίκιον 

Τῶν Ὀρθοδόξων προστάτην καὶ ἐν σώματι ἄγγελον, καὶ θαυματουργὸν θεοφόρον νεοφανέντα ἡμῖν, ἐπαινέσωμεν πιστοὶ θεῖον Γεράσιμον· ὅτι ἀξίως παρὰ Θεοῦ ἀπείληφεν, ἰαμάτων τὴν ἀέναον χάριν· ῥώννυσι τοὺς νοσοῦντας, δαιμονῶντας ἰᾶται· διὸ καὶ τοῖς τιμῶσιν αὐτόν, βρύει ἰάματα. 

 Ο Ναός μας πανηγυρίζει στις 20 Ὀκτωβρίου