Ὁμιλίες τοῦ π.Σάββα Γεωργιάδη και του π. Γεωργίου Καλαντζῆ απο την συνάντηση-γιορτή που έγινε την Τρίτη 22-12-2020.

Τά Χριστούγεννα εἶναι ἡ Θεοφανία. «Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί». Ἔγινε ὁ Θεός, δηλαδή, ἄνθρωπος σάν και μᾶς, ἀπό σάρκα και αἷμα. Αὐτή ἡ φανέρωση τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου εἶναι το μεγαλύτερο γεγονός ὅλων τῶν ἐποχῶν και ὅλων τῶν αἰώνων. Ὁ Ἅγιος Χρυσόστομος δικαίως ὀνόμασε τά Χριστούγεννα «Μητρόπολιν πασῶν τῶν ἑορτῶν». Οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας στις θεολογικές ὁμιλίες τους για την Γέννηση ξεκινοῦν ἀπό μιά βασική ὁμολογία. «Μυστήριον ξένον ὁρῶ καί παράδοξον». Δηλαδή, τό πῶς ἔγινε ὁ τέλειος Θεός τέλειος ἄνθρωπος εἶναι ἕνα μυστήριο παράδοξο. Τό γεγονός αὐτό ὑπερβαίνει κάθε ἔννοια και πολυπραγμοσύνη και ἀπαγορεύει κάθε τεχνολόγηση και περιέργεια. Δεν εἶναι δηλαδή ἕνα γεγονός πού μπορεῖ νά ἐκτιμηθεῖ καί νά κατανοηθεῖ μέ τά μέτρα τοῦ φυσικοῦ ἀνθρώπου.

Μόνο μέ τήν ταπείνωση καί τήν πίστη μποροῦμε νά τό προσεγγίσουμε καί νά τό δεχθοῦμε ὡς δωρεά, ὅπως ἀκριβῶς ὡς δωρεά δεχόμεθα τό μυστήριο τοῦ φωτός -τοῦ αερα τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς.

Ὅταν ὅμως ὁ ἄνθρωπος τό δέχεται με ταπείνωση τότε το ἐλάχιστο πού ἐπιβάλλεται να προσφέρει εἶναι ἡ εὐγνωμοσύνη καί ἡ εὐχαριστία του αὐτή νά πολυπραγμονεῖ να ἐξετάζει ζητῶντας να ὑποτάξει στη λογική κάτι το ὁποῖο ἀπό τη φύση του την ξεπερνάει.
Ἔτσι στο ἦθος κάθε χριστιανοῦ ἀνήκει ἡ εὐχαριστία και ἡ εὐγνωμοσύνη καί τό μυστήριο, (τό ὁποῖο) θά ὑπάρχει καί θά λειτουργεῖ ἀνεξάρτητα ἀπό τη δική μας την προτίμηση. Γι᾿ αὐτό και οἱ Πατέρες πού σέβονται τό μυστήριο αὐτό λένε «οὐ φέρει τό μυστήριον ἕρευνα»· πίστῃ μόνη τοῦτο πάντες δοξάζομεν. Δηλαδή, δέν ἑρευνᾶται τό μυστήριο, μόνο μέ τήν πίστη ὅλοι νά τό δοξολογοῦμε.
Ἑτοιμαζόμαστε γιὰ τὰ Χριστούγεννα. Πῶς θὰ ἑορτάσουμε τούτη τὴν ἑορτή; Πολὺ φοβοῦμαι ὅτι ἡ ἀπάντηση ποὺ θὰ λάβω εἶναι ἐντελῶς ἀρνητική. Ἀκόμα καὶ γιὰ μᾶς τοὺς χριστιανοὺς ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ μεγάλος ἀπῶν τῆς ζωῆς μας. Εἶναι ὁ βαθειὰ λησμονημένος, ὁ ἄγνωστος.

Οἱ πολλοί, δυστυχῶς, γιορτάζουμε Χριστούγεννα χωρὶς Χριστό. Χωρὶς τὰ χείλη μας νὰ τὸν ἀναφέρουν, χωρὶς ἡ καρδιὰ μας νὰ τὸν πιστεύει καὶ νὰ τὸν ἀγαπᾶ. Χωρὶς ὁ νοῦς μας νὰ τὸν σκέπτεται. Χωρὶς ἡ ὕπαρξή μας νὰ αἰσθάνεται τὴ χαρὰ τῆς λυτρώσεως. Χωρὶς ἡ ζωὴ μας νὰ τὸν ἔχει ὁδηγὸ καὶ κυβερνήτη της.

Χριστούγεννα ὅμως χωρὶς Χριστὸ εἶναι οὐτοπία, εἶναι ἕνα μεγάλο ψέμα. Εἶναι μόνο ἕνα κοινωνικὸ γεγονός, ἕνας τύπος, ποὺ ἡ ἀξία του ἔγκειται μονάχα σὲ κάποια ἐναλλαγὴ ποὺ προσφέρει στὸν σημερινὸ ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος βασανίζεται ἀπὸ τὴ ρουτίνα τῆς καθημερινότητας καὶ τὸ ἄγχος τῶν βιωτικῶν φροντίδων. Ἀλλοίμονο, ὅμως, ἄν ὁ Χριστός ἦρθε στὸ κόσμο γιὰ κάτι τέτοιο. Γι’ αὐτό, ἄν θέλουμε νὰ ἑορτάσουμε ἀληθινὰ Χριστούγεννα, ἄς προσέξουμε ἀδελφοί καὶ νὰ κατανοήσουμε τὴ σημασία τοῦ μεγάλου αὐτοῦ γεγονότος. Νὰ νοιώσουμε τὸ μήνυμα τῆς ἑορτῆς. Ὀφείλουμε νὰ ἀναζητήσουμε μαζὶ μὲ τοὺς μάγους τὸν Ἰησοῦ. Ὁ Κύριος καὶ ἡ Ἐκκλησία Του νὰ γίνει τὸ κέντρο καὶ ὁ ἄξονας τοῦ ἑορτασμοῦ. Ὁ Χριστὸς λοιπὸν νὰ εἶναι μέσα στὴ καρδιά μας .

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΙ ΕΝΘΕΟΝ ΤΟ ΝΕΟΝ ΕΤΟΣ

Ὁμιλία τοῦ π. Σάββα Γεωργιάδη 


Πρωτόγνωρα πράγματα. Βιώματα μέσῳ τηλεδιασκέψεως ἀντὶ γιὰ προσωπικὰ βιώματα ἀπὸ ζωντανὲς ἐπικοινωνίες. Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν.

Ἀλλὰ ἔστω καὶ ἔτσι ὁ Θεὸς οἰκονομεῖ νὰ ἔχουμε κάποια βιώματα. Μὲ τὸ πέρασμα ἔξω ἀπὸ ἕνα Ναὸ, ἡ συμπτωματικὴ εἴσοδος γιὰ ἕνα ἁπλὸ προσκύνημα διερχόμενοι, μᾶς κάνει νὰ αἰσθανόμεθα διαφορετικά.
Μιὰ ἀνεπαίσθητη ἀσφάλεια, μιὰ παρηγοριά, μιὰ μυστηριώδη «εὐθυμία», μιὰ θετικὴ μεταβολὴ συμβαίνει στὸ εἶναι μας χωρίς νὰ τὸ συνειδητοποιοῦμε.
Οἱ θόρυβοι, οἱ φόβοι, οἱ ἀναστατώσεις, τὰ προβλήματα, οἱ μέριμνες ποὺ συνήθως γεμίζουν τὶς μέρες μας καὶ βασανίζουν τὶς νύκτες μας, ὅλη αὐτὴ ἡ κατάσταση τῆς ἀγωνίας καὶ τοῦ ἄγχους ποὺ μᾶς διακατέχει καὶ ποὺ μᾶς ἔγινε δεύτερη φύση μας, ὅταν εὐρισκόμεθα εἰς τὴν ἐκκλησία ἐξασθενεῖ καὶ ἀρχίζουμε νὰ νοιώθουμε πιὸ ἀνάλαφροι, πιὸ ἐλευθερωμένοι, πιὸ παρηγορημένοι, λὲς καὶ δεχθήκαμε κατὰ τὸν Ντοστογιέφσκι «ἄγγιγμα» ἀπὸ ἄλλον κόσμο.

Ἐὰν δὲ συμβῆ νὰ βρεθοῦμε στὴν ἐκκλησία ἡμέρες ἑορτῶν καὶ Θείας Λειτουργίας καὶ μάλιστα μὲ ἐνδιαφέρον καὶ καλὴ διάθεση, αἰσθανόμεθα αὐτὸ τὸ «ἄγγιγμα τοῦ ἄλλου κόσμου», αὐτὸ τὸ ἀλάφρωμα, αὐτὴ τὴν εἰρήνη, αὐτὴ τὴν παρηγοριά, μὲ μιὰ κατάσταση ἀνάμεικτη λύπης καὶ χαρᾶς.
Λύπη ἀπὸ ἀγωνία καὶ φόβο ἐξ αἰτίας τῶν προβλημάτων μας καὶ τῶν ὅσων συμβαίνουν γύρω μας, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ κάποια παρηγοριὰ καὶ αἰσιοδοξία ἀπὸ τὴν αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ.

Ἰδιαίτερα τὶς ἁγιασμένες μέρες τῶν Χριστουγέννων ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ ἑορτάζοντες καὶ ἐκκλησιαστικὰ χαιρόμαστε ψυχῇ τε καὶ σώματι μὲ θεία εὐχαρίστηση, πρᾶγμα ποὺ δὲν γεύονται ὅσοι ἑορτάζουν ἁπλῶς ἀπὸ συγκινητικὴ συνήθεια ποὺ ἀπολαμβάνουν μόνον τὶς συνηθισμένες χαρές, τὰ πλούσια φαγητά τὶς κοσμικὲς διασκεδάσεις τὸν χειμώνα καὶ τὶς λοιπὲς, τοῦ κόσμου τούτου, χαρὲς.
Ἡ καρδιὰ τοῦ χριστιανοῦ αὐτὲς τὶς ἁγιασμένες ἡμέρες εἶναι γεμάτη ἀπὸ τὴν «εὐωδία» τῆς εὐλογίας τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴν συμμετοχὴ του στὶς ἀκολουθίες, στὴ Θεία Λειτουργία καὶ τὰ Ἱερὰ Μυστήρια τῆς ἐξομολογήσεως καὶ τῆς Θείας Κοινωνίας.

Ἐφέτος ὅμως ἑορτάζομε Χριστούγεννα ὑπὸ «κανόνα», μὲ κλειστὲς τὶς ἐκκλησίες, μὲ περιορισμένο ἀριθμὸ προσερχομένων λόγῳ τῆς ἐπιδημίας ποὺ ἔχει προκύψει καὶ τῶν ἀναγκαίων μέτρων ὑγιεινῆς ποὺ πρέπει νὰ τηροῦμε.
Ὁ «κανόνας» δὲν ἔχει ἐπιβληθῆ ἀπὸ τὸν Θεὸν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀποστασία μας, διότι ὅπως μᾶς λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν Πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολὴ «πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν· οὐκ ἔστι δίκαιος οὐδὲ εἷς, 11 οὐκ ἔστιν ὁ συνιῶν, οὐκ ἔστιν ὁ ἐκζητῶν τὸν Θεόν· καὶ ὑπόδικος τῷ Θεῷ γένηται πᾶς ὁ κόσμος… πάντες γὰρ ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, δικαιούμενοι μόνον δωρεὰν τῆς ἀπολυτρώσεως χάριτι τῆς ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ». (Ρωμ. 3, 9-24)

Δὲν μᾶς μένει οὐδεμία ἐλπίδα γιὰ σωτηρία ἀπὸ τὶς δικὲς μας ἀνθρώπινες προσπάθειες καὶ παρεμβάσεις, διότι πάντες ἡχρειώθημεν ἄρχοντες καὶ λαὸς, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, πάντες ἡμάρτομεν καὶ ὑστερούμεθα τῆς δόξης καὶ κινδυνεύουμε νὰ ἀκούσωμεν τὴν ἀπόρριψη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἐπέκταση τοῦ «κανόνος» διὰ τῆς φωνῆς τοῦ προφήτου Ἀμώς: «μεμίσηκα, ἀπῶσμαι (=περοφρονῶ) τὰς ἑορτὰς ὑμῶν καὶ οὐ μὴ ὀσφρανθῶ (=ἀπεχθάνομαι) τὰς πανηγύρεις ὑμῶν· οὐ προσδέξομαι ὁλοκαυτώματα καὶ θυσίας ὑμῶν» (Ἀμώς 5,21-23), ἔως κατανοήσετε ὅτι «ἄνευ ἑμοῦ οὐ δύνασθαι ποιεῖν οὐδὲν»(Ἰωάν. 15 5) καὶ ὅτι «πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον, ἄνωθέν ἐστι καταβαίνον». (Ἰακ. 1,17).

Ἡ μόνη μας ἐλπίδα εἶναι ἡ δωρεάν ἀπολύτρωσίς μας διὰ τῆς χάριτος Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἦρθε ἡ ὥρα τοῦ προνομίου τῆς ἀπελπισίας, δηλαδὴ τῆς ἀπολύτου ταπεινώσεως μας, διότι ὅλοι μας, σὲ ὅλες τὶς περιστάσεις καὶ ἐνέργειές μας, κινηθήκαμε ἐγωϊστικὰ καὶ γι’ αὐτὸ τὰ ἔργα, ἡ πρόοδος μας, οἱ ἐφευρέσεις μας, ἄν καὶ εἶναι δώρα καὶ φωτισμὸς τοῦ Θεοῦ δὲν δύνανται νὰ μᾶς ὡφελίσουν καὶ νὰ μᾶς ξεκουράσουν, διότι τὰ καταχρώμεθα καὶ τὰ μετατρέπουμε σὲ μέσα καὶ ἀφορμές ἀντιθέσεων, δημιουργώντας τὴν ζωήν μας μιὰ Βαβέλ, ἐξοιστρουμένη (=ἀφηνιασμένη) καὶ βουτηγμάνη μέσα στὴν ἀγριωπὸν καὶ ἄσεμνα βακχεύουσα ἁμαρτίαν.

Λοιπὸν, ἄς παρακαλέσωμεν τὸν Ἐνανθρωπήσαντα Λυτρωτὴν μας Κύριο, μὲ μετάνοια καὶ ταπείνωση, ἀλλὰ καὶ μὲ ἐλπίδα καὶ χαρωπὰ δάκρυα, ὄχι μόνον νὰ ψάλλουμε τὸ «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία», ἀλλὰ νὰ βιώσουμε Χριστούγεννα στὴν καρδιὰ μας, κάνοντας φάτνη.

Ὁ Θεὸς μαζί μας. Καλὰ καὶ εὐλογημένα Χριστούγεννα.

Ὁμιλία τοῦ π. Γεωργίου Καλαντζῆ