π.Ελισαίος Εκτύπωση E-mail

Τό τίμημα τῆς προσπάθειας ὡς χριστιανῶν νά ἰσορροπήσωμε ἀνάμεσα στό κοσμικό καί ἀσκητικό φρόνημα.

 

Σεβαστοί πατέρες καί ἀγαπητοί ἀδελφοί

Πρῶτα νά εὐχαριστήσω γιά τήν τιμητική πρόσκληση. Ἔπειτα νά ἐκφράσω τήν χαρά μου πού βρίσκομαι ἀνάμεσά σας. Ἡ παρουσία μου στήν εὐλογημένη καί ζωντανή ἐνορία σας ἔχει κάτι τό ξεχωριστό. Ἐπαναφέρει παλαιές μνῆμες, ἀλησμόνητες τῆς φοιτητικῆς μας ζωῆς, ὅπου στόν Ἅγιο Γεράσιμο πολλές φορές βρίσκαμε τήν λατρευτική καί πνευματική καθοδήγησι τοῦ π. Γεωργίου.

Καί σήμερα νοιώθομε νά συνεχίζεται ἡ ζωή αὐτῆς τῆς ἐνορίας, νοιώθομε σάν νά εἴμαστε σέ μία μεγάλη πνευματική οἰκογένεια. Καί αὐτό ὀφείλεται ἀσφαλῶς στήν ἄγρυπνη προσπάθεια καί τήν ἀδιάκοπη θυσία τῶν ἀγαπητῶν μας πατέρων, πού ὑπηρετοῦν ἐδῶ καί σπέρνουν τόν λόγο τοῦ Θεοῦ στό χωράφι τῶν ψυχῶν σας. Αὐτή ἡ ἀτμόσφαιρα προξενεῖ χαρά καί σέ μᾶς, πού ἐρχόμαστε ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος, τό περιβόλι τῆς Παναγίας, ὅπου ἕνας ἄλλος κῆπος καλλιεργεῖται ἀπό τήν ἴδια τήν Παναγία καί παράγει τά δικά του ἄνθη καί φυτά, τούς δικούς του πνευματικούς καρπούς γιά νά τρέφεται ὁ λαός τῆς Ἐκκλησίας.

Ἄν θέλετε, νοιώθομε μία μετοχή στήν προσπάθεια αὐτή τῆς ἐνορίας σας, προσπάθεια θά ἔλεγα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία σκοπό ἔχει νά γεμίζῃ τούς πιστούς μέ πίστι καί θάρρος καί μέ τήν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας.

Ὅμως ἡ συνάντησίς μας αὐτή ἔχει καί κάτι τό ἰδιαίτερο. Εἶναι μαζί μας ὁ π. Ἠλίας, ἱερομόναχος, ὁ ὁποῖος εἶναι Οἰκονόμος τοῦ Μετοχίου τῆς Μονῆς μας στήν Γαλλία, στήν περιοχή τοῦ Terrasson. Ἐκεῖ τά Μετόχια μας, κάτω ἀπό τήν εὐλογία τῆς Ἐκκλησίας, δίνουν τήν δική τους μαρτυρία στόν δυτικό κόσμο γιά τήν ὀρθόδοξη πίστι καί ζωή. Ἦλθε γιά ἐπίσκεψι καί θεώρησα καλό καί χρήσιμο νά τόν φέρω μαζί μου. Θά ἤθελα λοιπόν νά τόν παρακαλέσω, πρίν σᾶς πῶ ἐγώ αὐτά πού ἔχω ἑτοιμάσει, νά μᾶς κάνῃ μετόχους τῆς δικῆς του ἐμπειρίας καί νά μᾶς μιλήσῃ γιά τήν δική του προσπάθεια, διότι στό Μετόχι ἔχουν γίνει ἀρκετοί ὀρθόδοξοι, οἱ ὁποῖοι ζοῦν κοντά στό Μετόχι καί ἔχουν τήν πνευματική τους ἀναφορά στόν
π. Ἠλία. Ὁ δικός τους ἀγώνας θά μᾶς εἶναι διαφωτιστικός στό θέμα πού τίθεται σ᾽ αὐτή τήν σύναξι καί μᾶς ἀπασχολεῖ. Ἔχει τόν λόγο.

Ἀκούσατε, ἀδελφοί μου, ἀπό τόν π. Ἠλία πόση προσπάθεια καί πόσον ἀγῶνα κάνουν ἄλλοι ὀρθόδοξοι πιστοί, μάλιστα σέ ἕνα ἀφιλόξενο θρησκευτικά περιβάλλον, ἕνα “ξένο” ἐντός τῆς χώρας των περιβάλλον, γιά νά ὁμολογοῦν τήν χριστιανική τους πίστι καί νά ζοῦν σύμφωνα μέ τό ἦθος καί τό φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας.

Αὐτά πού μᾶς εἶπε ἦταν καί μία ἀπάντησι στό θέμα μας «τό τίμημα τῆς προσπάθειας ὡς χριστιανῶν νά ἰσορροπήσωμε ἀνάμεσα στό κοσμικό καί ἀσκητικό φρόνημα».

Θά συμπληρώσω τώρα μερικά πράγματα, πού θά μᾶς βοηθήσουν νά καταλάβωμε τήν ταυτότητά μας καί γιατί εἶναι πιό φυσικό καί τελικῶς πιό εὔκολο καί πιό ὠφέλιμο νά προτιμοῦμε τό ἀσκητικό φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τό φρόνημα τοῦ κόσμου, νά ἰσορροποῦμε, ὅπως λέει τό θέμα, ἀνάμεσα στό κοσμικό καί ἀσκητικό φρόνημα, νά ζοῦμε δηλαδή ὡς μέλη αὐτῆς τῆς κοινωνίας, ἀλλά νά μή γινώμαστε θύματα ἤ εὔκολη βορά της, νά μή συσχηματιζώμαστε μέ τόν κόσμο (Ρωμ. 12, 2), ὄχι νά ἀποφεύγωμε τούς ἀνθρώπους, ἀλλά τό φρόνημα τοῦ κόσμου.

Ἀκολουθώντας τήν πρακτική τῶν ἀρχαίων καί τῶν πατέρων «ἀρχή σοφίας ἡ τῶν ὀνομάτων ἐπίσκεψις», θά ἐξετάσωμε, μέ ὅσο γίνεται πιό ἁπλό καί κατανοητό τρόπο, μερικές ἔννοιες, ἀπό τήν μία μεριά τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία καί τί εἶναι ἡ ἁγιότης καί ἄσκησις, στά ὁποῖα μᾶς καλεῖ ἡ Ἐκκλησία, καί ἀπό τήν ἄλλη μεριά ποιές εἶναι οἱ ἀστοχίες μας καί τό τίμημα πού μᾶς ἐμποδίζουν νά ἀκολουθοῦμε ὁλοκληρωτικά αὐτή τήν κλῆσι τῆς Ἐκκλησίας.

1. Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἕνας ὀργανισμός ἤ φορέας, ὅπως οἱ ὀργανισμοί τοῦ κόσμου, ἀλλά εἶναι τύπος καί εἰκόνα τοῦ οὐρανοῦ, εἶναι ἡ ζωή τῆς ἁγίας Τριάδος μεταφερμένη στήν γῆ. Λέγεται νέα δημιουργία μετά τήν πτῶσι τοῦ ἀνθρώπου, νέα κτίσις, ἀνακαινισμένη, εἶναι ἡ νέα Ἱερουσαλήμ τῆς Ἀποκαλύψεως (Ἀποκ. 3, 12), ἡ πόλις τοῦ φωτός. Προέρχεται ἀπό τόν Θεόν, δηλαδή σάν νά λέμε κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανόν, καί πορεύεται πρός αὐτόν, δηλαδή ἀνεβαίνει στήν κατοικία τοῦ Θεοῦ. Πῶς λέγεται ἡ Ἐκκλησία; Κιβωτός, κιβωτός σωτηρίας, δηλαδή πλοῖο πού ταξιδεύει ἐπάνω στά νερά τοῦ κατακλυσμοῦ, πού στά ἀμπάρια της προστατεύει καί φυλάσσει τήν ἀγάπη καί τήν ζωή.

Τί ἐπιδιώκει ἡ Ἐκκλησία; Νά φέρῃ τόν κόσμο, τόν ἄνθρωπο στό ἀρχαῖο κάλλος, νά τόν ἐπιστρέψῃ στήν πατρίδα του, νά ἀποκαταστήσῃ τήν χαμένη του ὀμορφιά. Αὐτός εἶναι ὁ μοναδικός ἀγώνας τῆς Ἐκκλησίας.

Γνωρίζοντας τήν Ἐκκλησία στήν οὐσία της, τήν ὑπόστασί της, τό ἦθος της, τά μυστήριά της, τά παλάτια της καί τούς θησαυρούς της, εἶναι σάν νά ψάχνωμε, νά ἀνακαλύπτωμε τό πατρικό μας σπίτι ἤ τό νέο μας σπίτι πού ὀνειρευόμαστε, νά νοσταλγοῦμε τό ἀρχαῖο κάλλος, νά γνωρίζωμε τόν παράδεισο.

Καί γιατί ὁ Θεός μᾶς προτείνει αὐτή τήν γνῶσι; Γιατί μᾶς προτρέπει νά ἀνακαλύψωμε καί νά ἀκολουθήσωμε τό στενό μονοπάτι; Ἀσφαλῶς γιά νά μάθωμε ἀπό τώρα ποῦ θά πᾶμε, ποιά θά εἶναι ἡ μελλοντική μας κατοικία. Νά μή μᾶς εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστη. Νά ἀγαπήσωμε αὐτόν τόν στόχο, αὐτόν τόν τόπο πού μᾶς περιμένει. Νά σωθοῦμε. Νά σωθοῦμε ἀπό τόν κατακλυσμό αὐτοῦ τοῦ κόσμου καί ὁ τάφος μας νά εἶναι ἡ ἀνάπαυσίς μας, ὄχι ἡ καταδίκη μας.

Εἶναι τελικῶς ἡ Ἐκκλησία ἕνα καράβι, πού μᾶς ταξιδεύει σ᾽ αὐτήν τήν ζωή, ἀλλ᾽ ἡ ἄγκυρά της εἶναι δεμένη στό λιμάνι τοῦ Θεοῦ. Ὅταν δέν θέλωμε νά πνιγοῦμε οἱ ἴδιοι, μᾶς τραβάει σ᾽ αὐτό τό ἥσυχο λιμάνι.

Ἀλλοιῶς ὁ ἄνθρωπος πού δέν βλέπει τίποτε πέρα ἀπό τόν κόσμο, ὑποδουλώνεται σ᾽ αὐτόν καί ὑποτάσσεται στόν νόμο τοῦ θανάτου, ὁ τάφος του δηλαδή εἶναι τό τέλος του, ἡ ἐσχάτη τιμωρία, ὁ ἔσχατος ἐχθρός τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ κόσμος, ἐγκλωβισμένος σ᾽ αὐτόν τόν ὁρίζοντα, γίνεται ἡ φυλακή του καί τό σῶμα του ὁ τάφος τῆς ψυχῆς του. Διότι μή γνωρίζοντας τί εἶναι Ἐκκλησία, δέν θά ἔχῃ γνωρίσει τί εἶναι οὐρανός. Καί μπροστά στήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἀγνοῶν ἄνθρωπος θά λέῃ «δέν σέ γνωρίζω, δέν σέ ἔχω ξαναδεῖ».

Αὐτό ἀποτελεῖ τήν οὐσία τῆς Ἐκκλησίας. Ὅλη ἡ ὑπόλοιπη ὀργάνωσίς της, προσπάθεια, δραστηριότητα καί προσφορά εἶναι ἐργαλεῖα, διάκονοι αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ.

2. Ὁ Θεός μᾶς καλεῖ καί μᾶς ἐκκεντρίζει στό σῶμα Του γιά νά γίνωμε ἅγιοι, «ὅτι ἐγώ», λέγει, «ἅγιός εἰμι» (Α΄ Πέτρ. 1, 16). Προσπαθεῖ νά μᾶς βάλῃ, νά μᾶς ἐμπνεύσῃ νά μετέχωμε στήν ζωή Του, στήν θεία ζωή. Νά ἔχωμε κοινωνία μαζί Του καί νά δοῦμε, νά καταλαβαίνωμε πῶς εἶναι ὁ ἴδιος. Πῶς εἶναι ἡ χάρις Του, ἡ ἁγιότητά Του, τό χαμόγελό Του, ὁ λόγος Του. Αὐτήν τήν σημασία ἔχουν τά μυστήρια. Ὁ ἐκκλησιασμός, ὁ ἴδιος ὁ ναός, ἡ λατρεία, ἡ ἐξομολόγησις, τό εὐχέλαιο, ὁ ἁγιασμός, ἡ θεία κοινωνία. Μέ αὐτόν τόν τρόπο ξεχνᾶμε τήν ἁμαρτία, διότι ἡ «ἁμαρτία οὐκ ἔστι τῆς φύσεως, ἀλλά τῆς κακῆς προαιρέσεως ἤ τοῦ κακοῦ πνεύματος» καί «οὐδείς πίστιν ἐπαγγελόμενος ἁμαρτάνει» (ἅγιος Ἰγνάτιος Ἀντιοχείας). Ἡ κοινωνία μέ τόν Θεόν εἶναι στήν οὐσία ζωή ἁγιότητος καί ἀναμαρτησίας καί αὐτό θέλει ὁ Θεός, ἐνῶ ἡ ἁμαρτία ἀπομακρύνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεόν καί τόν κάνει ξένο τῆς χάριτός Του.

Διότι ἡ ἁγιότητα εἶναι ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος, αὐτός μόνος, εἶναι ἀπό τήν φύσι του ἅγιος, «εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός». Ἡ ἁγιότητα μεταδίδεται ἀπό τήν χάρι τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἀποκτᾶ αὐτήν τήν ἰδιότητα ὡς μέλος τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ χριστιανική λοιπόν ζωή εἶναι ζωή ἁγιότητος, καί ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ τήν δυνατότητα τῆς ἀναμαρτησίας. «Πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ Θεοῦ ἁμαρτίαν οὐ ποιεῖ… καί οὐ δύναται ἁμαρτάνειν, ὅτι ἐκ τοῦ Θεοῦ γεγέννηται» (Α΄ Ἰω. 3, 9).

Συμβαίνει ὅμως ἕνα παράδοξο. Κανείς ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά ἰσχυρισθῇ ὅτι δέν ἁμαρτάνει, ὥστε νά διαψεύδεται ἡ ζωή τῆς ἁγιότητος στήν καθημερινή ζωή. Ποιός τηρεῖ πλήρως τίς ἐντολές, ποιός μπορεῖ νά πῇ ὅτι ἀγαπᾷ τόν Θεόν «ἐξ ὅλης τῆς καρδίας καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας καί ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος καί τόν πλησίον ὡς σεαυτόν»; (βλ. Μάρκ. 12, 30-31). Ὁ ἀπόστολος Παῦλος τονίζει «ἀλλήλων τά βάρη βαστάζετε» (Γαλ. 6, 2) γιά νά μπορέσετε νά ἀναπληρώσετε τόν νόμον τοῦ Χριστοῦ καί ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης, παρόλο πού λέγει ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι ἀσυμβίβαστη μέ τόν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, ἐν τούτοις φρονεῖ ταυτοχρόνως «ἐάν εἴπωμεν ὅτι ἁμαρτίαν οὐκ ἔχομεν, ἑαυτούς πλανῶμεν καί ἡ ἀλήθεια οὐκ ἔστιν ἐν ἡμῖν» (Α΄ Ἰω. 1, 8).

Γιατί ἆρα γε συμβαίνει αὐτό τό παράδοξο; Αὐτή ἡ πάλη τοῦ φωτός μέ τό σκότος; Μέ πόνο καί διχασμό καί ὀδύνη διαπιστώνομε ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐπιστρέφει στό «παλαιό του τραῦμα», δηλαδή τόν ἐγωκεντρισμό του, τήν φιλαυτία, πού ἦταν καί ἡ αἰτία τῆς πτώσεώς του. Θέλει νά ξαναδοκιμάσῃ τήν πτῶσι του, τόν θάνατό του.

Δοκιμή τῆς ἁμαρτίας σημαίνει θάνατος. Καί ἐκεῖνος πού δοκιμάζει τήν ἁμαρτία, τήν ξαναθυμᾶται καί θέλει νά ἐπιστρέψῃ σ᾽ αὐτήν. Κάνει κάτι κανείς μία φορά καί τό ξανακάνει. Τραγικό, ἀλλά ἀληθινό!! Καί ἡ γεῦσις τῆς ἁμαρτίας μᾶς ἀπομακρύνει ἀπό τήν γεῦσι τοῦ Θεοῦ καί μᾶς φέρνει σιγά – σιγά τήν λήθη τοῦ Θεοῦ. Τό πνεῦμα τότε τοῦ κόσμου, οἱ συνήθειες τοῦ κόσμου, οἱ ἁμαρτίες τοῦ κόσμου, τά γεγονότα, οἱ ἀπολαύσεις τοῦ κόσμου μᾶς θυμίζουν τόν ἑαυτό μας, μᾶς ὁδηγοῦν στήν φιλαυτία καί τήν λήθη τοῦ Θεοῦ. «Πολλή τῆς λήθης ἡ τυραννίς καί οὐδέν τῶν ἀνθρωπίνων παθῶν οὕτω συνεχῶς καί ραδίως ἀνατρέπει τόν ἄνθρωπον ὡς τοῦτο τό πάθος» (ἁγ. Νικόλαος Καβάσιλας).

Ἡ λησμοσύνη τοῦ Θεοῦ εἶναι λοιπόν πάθος, ἁμαρτία, αἰτία γιά τό ὅτι ἁμαρτάνομε. Ἡ λήθη, ἡ λησμοσύνη, τό ξέχασμα τοῦ Θεοῦ φέρνει στήν ἐπιφάνει τήν φιλαυτία μας καί ἡ φιλαυτία μας γίνεται ἡ αἰτία τῆς ἁμαρτίας μας.

Πῶς ὅμως θά γεφυρωθῇ αὐτό τό χάσμα; Πῶς θά ἀποκατασταθῇ ἡ σχέσις τοῦ ἀνθρώπου μέ τον Θεόν; Πῶς θά ζήσωμε μέσα σ᾽ αὐτόν τον κόσμον πού μᾶς προκαλεῖ συνεχῶς νά ἁμαρτήσωμε, μᾶς ὠθεῖ στήν φθορά, μᾶς διχάζει, μᾶς ταλαιπωρεῖ; Πράγματι, ἀδελφοί μου, μέ τίς δικές μας προσπάθειες καί δυνάμεις εἶναι ἀδύνατον. Ἀλλ᾽ αὐτό πού δέν μπορεῖ ἡ ἀνθρώπινη δύναμις καί ὁ ἀνθρώπινος νοῦς νά πραγματοποιήσῃ, τό κάνει ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, αὐτό πού δέν μπορεῖ νά κάνῃ ὁ κτιστός ἄνθρωπος, τό κάνει ὁ Θεός μέ τήν ἄκτιστη ἐνέργειά Του, μέ τήν χάρι Του, μέ τά μυστήριά Του. «Τό αἷμα Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ καθαρίζει ἡμᾶς ἀπό πάσης ἁμαρτίας» (Α΄ Ἰω. 1, 7). Καί ἐρχόμαστε στό τρίτο σημεῖο πού εἶναι ἡ ἄσκησις.

3. Ἡ ἄσκησις εἶναι μία ἐφεύρεσις τοῦ Θεοῦ. Γιά νά μπορέσῃ ὁ Θεός νά μᾶς μιλήσῃ, νά τόν νοιώσωμε, νά μπορέσωμε δηλαδή νά τόν καταλάβωμε, ἐπινόησε τήν ἄσκησι, τόν ἀγῶνα, τήν διάθεσι νά ἀγωνιζόμαστε.

Καί αὐτό τό ἔκανε ἔμπρακτα ὁ ἴδιος ὁ Θεός, γιά νά γλυκάνῃ τό πικρό ποτήριο τῆς ζωῆς. Διότι ὅπως τό λέει θαυμάσια ὁ ὅσιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, σέ μία ὁμιλία του πού ἔγινε τό 1928, δηλαδή πρίν ἀπό 85 χρόνια, «φαίνεται νά ὑπάρχῃ προζύμι πικρίας μέ τό ὁποῖο ἡ ζύμη κάθε ὄντος καί κάθε οὐσίας ζυμώνεται». Καί ἄν ὁ Θεός εἶναι ζωή χωρίς πικρία, αὐτό δέν ἀποτελεῖ παρηγορία γιά τόν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος γνωρίζει καί γεύεται τόν πόνο καί τήν πικρία. Ἕνας τέτοιος Θεός θά ἦταν τυραννικός καί φορτικός, διότι θά ἦταν ἕνα ὄν ἐξωτερικό γιά τον ἄνθρωπο καί ὄχι ἡ ψυχή τῆς ψυχῆς του. Καί τό ποτήριον τό πικρό τῆς ζωῆς τό γλύκανε ὁ ἀληθινός Θεός πού ἔγινε ἄνθρωπος, τό ἔκανε ὁ Θεάνθρωπος. «Ὁ Θεάνθρωπος, λέγει πάλι ὁ π. Ἰουστῖνος, ἐγλύκανε τό μυστήριον τῆς ζωῆς καί φανέρωσε σέ τί συνίσταται ἡ πικρία της: ἡ ἁμαρτία εἶναι αὐτή ἡ πικρία, μέ τήν ὁποία εἶναι δηλητηριασμένο τό μυστήριο τῆς ζωῆς... Παραμερίστε τήν ἁμαρτία, ἀφαμαρτοποιῆστε τήν πικρία ἀπό τήν ζωή καί ἤδη ἐγλυκάνατε τήν ζωή. Ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ πίκρα τῆς ὑπάρξεως, ἡ ἀναμαρτησία εἶναι ὁ γλυκασμός τῆς ὑπάρξεως... Ὁ Θεάνθρωπος ἔζησε ἀναμάρτητα καί μ᾽ αὐτό ἔδειξε στήν πρᾶξι ὅτι ἡ ἀναμάρτητη ζωή εἶναι ἐφικτή καί πραγματοποιήσιμη σ᾽ αὐτον τον κόσμο».

Ἀλλά γιά νά νικήσῃ ὁ ἄνθρωπος τήν ἁμαρτία καί τόν θάνατο, πρέπει νά κάνῃ δικό του τόν Χριστό, νά κάνῃ τόν Χριστό μοναδική πηγή τῆς ζωῆς του. Καί αὐτό περνάει μέσα ἀπό τά ἅγια μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καί μέσα ἀπό τήν ἄσκησι τῆς πίστεως, τῆς ἀγάπης, τῆς πραότητος, τῆς νηστείας, τῆς προσευχῆς, τῆς φιλαδελφίας, τῆς ἐλεημοσύνης, τῆς ὑπομονῆς, τῆς ταπεινώσεως.

Γι᾽ αὐτό ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἐν ἀντιθέσει μάλιστα μέ τίς ἄλλες Ἐκκλησίες καί ὁμολογίες, οἰκειοποιήθηκε καί συνέταξε κανόνες καί εὐλόγησε αὐτές τίς ἀσκήσεις ὡς μέθοδο ἀπαραίτητη τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Στήν Ἐκκλησία μας ἀσκητής εἶναι κάθε πιστός, ἄλλος λιγώτερο καί ἄλλος περισσότερο. Ἀπό τόν καθένα ζητεῖται ἡ ἄσκησις, ἀπό τόν βασιλιά καί τόν πατριάρχη, τόν κληρικό, τόν μοναχό καί τόν λαϊκό, τόν διευθύνοντα καί τόν ἐργαζόμενο, ἀπό τόν ἄνδρα καί τήν γυναῖκα. «Ἡ μοναδική ὁδός τῆς σωτηρίας θά συμπεράνῃ πάλι ὁ ὅσιος Ἰουστῖνος, εὑρίσκεται στήν προσωπική ἀσκητικότητα... Ὁ χριστιανισμός εἶναι ἄσκησις ἀπό τήν ἁμαρτία στήν ἀναμαρτησία, ἀπό τόν θάνατο πρός τήν ἀθανασία, ἀπό τόν χρόνο πρός τήν αἰωνιότητα, ἀπό τόν ἄνθρωπο πρός τόν Θεάνθρωπο».

Μέ τήν ἄσκησι ὁ ἄνθρωπος σιγά - σιγά διώχνει τήν ἁμαρτία ἀπό τήν ψυχή του, ἀπό τήν καρδιά του, ἀπό τόν νοῦν, ἀπό τήν βούλησί Του, ἀπό τό σῶμα Του, μέχρι νά τήν ἀποδιώξῃ ἐντελῶς, ὥστε μετά ἡ ζωή Του νά μετατραπῇ ἀπό πικρία σέ γλυκύτητα, ἀπό ἀνθρώπινη νά γίνῃ ἁγία, ἀπό ἐμπαθής νά γίνῃ ἀπαθής.

4. Τί μᾶς ἐμποδίζει νά ἀκολουθοῦμε τόν δρόμο τῆς ἁγιότητος καί τῆς ἀσκήσεως; Λέγαμε προηγουμένως ὅτι ἡ χριστιανική μας ζωή ἐπηρεάζεται ἀπό τήν λήθη καί τήν φιλαυτία, τά ὁποῖα ἀποτελοῦν τόν κακό δαίμονα τοῦ ἑαυτοῦ μας καί μᾶς ὁδηγοῦν σέ ἀστοχίες καί ζοῦμε ἕνα μπέρδεμα καί διχασμό. Ποιές εἶναι αὐτές οἱ ἀστοχίες;

Ἡ ἀλλοίωσις τῶν κριτηρίων. Μέτρο μας εἶναι ὁ κόσμος καί ὄχι ὁ Θεάνθρωπος Χριστός. Τό μέλημά μας εἶναι ἡ γνώμη τοῦ περιβάλλοντος καί τοῦ κόσμου καί ἡ προσαρμογή μας στά δεδομένα του (ὑλικά καί κοινωνικά). Ὁ ἄνθρωπος ταυτίζει τόν ἑαυτό του μέ τά μέσα καί τίς ἀνέσεις του. Καί ὅταν βλέπῃ ὅτι χάνονται αὐτά, νομίζει ὅτι χάνεται ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξίς του, μέ ἀποτέλεσμα νά δημιουργῆται μέσα του ἕνα κενό, δυσαρέσκεια καί στό τέλος ἀπελπισία.

Ἡ αὐτονόμησις καί διαχωρισμός τῆς καθημερινῆς δραστηριότητος ἀπό τήν πνευματική. Ὁ ἄνθρωπος γίνεται μία διχασμένη ἤ πολυσχιδής προσωπικότητα καί χάνει τόν προσανατολισμό του. Ἡ πίστις καί ἡ πνευματική του ἀναφορά δέν κινεῖ ὅλη του τήν ζωή, ἀλλ᾽ ἀποτελεῖ ἕνα μικρό μέρος, μία ὑποχρέωσι ὅτι πρέπει νά εἶναι καί καλός ἄνθρωπος. Ὅλα κινοῦνται σέ μία κοινωνική ὑποχρέωσι καί δέν ἔχουν ἕνα βαθύτερο νόημα καί σκοπό. Ἡ ἀντίληψις αὐτή δέν θέτει ὅρια στίς πράξεις, τίς ἐπιθυμίες καί τίς ἀναζητήσεις τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ δέν ὑπάρχει τίποτε πού νά τόν δεσμεύῃ, μέ ἀποτέλεσμα νά ἀναπτύσσεται καί νά προβάλλεται μιά διαγωγή καί συμπεριφορά πού ἄλλα πιστεύει, ἄλλα πράττει καί ἄλλα ἔχει στήν συνείδησί του. Ὁ ἄνθρωπος ἔτσι γίνεται ἐγωκεντρικός, κοιτάει τό δικό του καί ταυτίζεται μέ ὅ,τι ἔχει ἤ μέ ὅ,τι τόν περιβάλλει, καί αὐτό ἀποτελεῖ τόν συσχηματισμό μέ τόν κόσμο.

• Τό περιβάλλον, τό φυσικό καί τό ἀνθρώπινο. Παίζει ἕνα καθοριστικό ρόλο στήν πνευματική μας ζωή καί τήν διακονία μας. Μέ ποιούς συνδεόμαστε καί διαλεγόμαστε, ποιά εἶναι ἡ συντροφιά μας, ποῦ συχνάζομε καί μέ ποιούς, καί ποιές εἶναι οἱ ἐνασχολήσεις στόν ἐλεύθερο χρόνο; Τί σχέσι ἔχομε μέ τήν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, τά μυστήρια καί ἐν γένει τήν προσφορά της, τήν ἱεραποστολική, τήν οἰκογενειακή καί τήν φιλανθρωπία. Δέν πρέπει νά ξεχνοῦμε ὅτι «φθείρουσι ἤθη χρηστά ὁμιλίαι κακαί» (Α΄ Κορ. 15, 13) καί ὅτι ὁ Χριστός ἦλθε ὡς ξένος στόν κόσμο καί καλεῖ τόν ἄνθρωπο σέ ἀποξένωσι ἀπό τόν κόσμο.

• Ἡ παθητική στάσις. Ὑπάρχει ἔλλειψις ὁμολογίας καί ἀντιστάσεως. Δέν ἀρκεῖ νά καταδικάζει κανείς τήν ἀδικία καί τήν κακία τοῦ κόσμου, ἀλλά χρειάζεται νά ἐργάζεται γιά τήν δικαιοσύνη, τήν προσφορά τοῦ καλοῦ, τήν ἀλληλεγγύη καί τήν ὁμολογία μέ ἔργα τῆς πίστεως. Καί πρῶτα ἀπ᾽ ὅλα νά θεραπεύη ὁ ἄνθρωπος τά δικά του πάθη καί ἔπειτα τῶν ἄλλων. Σ᾽ αὐτή τήν παθητική στάσι ἐντάσσεται καί ἡ ἀπουσία συνεργασίας καί συλλογικῶν προσπαθειῶν μέσα στούς ὑπάρχοντες θεσμούς ἤ καί στήν δημιουργία νέων θεσμῶν. Ἡ ἐνορία εἶναι ἕνας τέτοιος θεσμός συλλογικῆς προσπάθειας καί προσφορᾶς, εἶναι ἕνας συνδυασμός ἀσκήσεως, προσφορᾶς, ἀγάπης καί φιλαδελφίας. Μέσα σ᾽ αὐτόν δημιουργοῦνται καί ἄλλες νέες μορφές, ὅπως τό κέντρο στηρίξεως τῆς οἰκογενείας, τῆς φιλανθρωπίας, τῆς κατηχήσεως, τῆς παιδείας κ.λπ.

• Ἡ κοινωνική καταξίωσις, ἡ ὁποία στήν ἐκκλησιαστική μας γλῶσσα ὀνομάζεται κενοδοξία. Πιστεύουν πολλοί, ἀλλά δέν ὁμολογοῦν «ἵνα μή ἀποσυνάγωγοι γένωνται. Ἠγάπησαν γάρ τήν δόξαν τῶν ἀνθρώπων μᾶλλον ἤπερ τήν δόξαν τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. 12, 42-43). Οἱ ἀπόστολοι ὅμως δέν ζήτησαν ἀνθρώπινη δόξα ἀπό κανέναν, ἄν καί μποροῦσαν νά ζητήσουν κάτι ὡς ἀμοιβή, ἀλλά ἔζησαν «διά δόξης καί ἀτιμίας, διά δυσφημίας καί εὐφημίας, ὡς πλάνοι καί ἀληθεῖς» (Β΄ Κορ. 6, 8). Ὅπως λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος στόν λόγο περί κενοδοξίας, ἡ ἰδέα περί τοῦ ἑαυτοῦ μας «εἶναι ἀπόγονος τῆς ἀπιστίας… εἶναι ἀκμαία καί μέχρι τοῦ τάφου. Θά τήν ἰδῇς στά ροῦχα καί στά μύρα καί στά ἀρώματα καί σέ πολλά ἄλλα... Ὁ κενόδοξος δείχνει ὅτι εἶναι πιστός, ἐνῶ εἶναι εἰδωλολάτρης. Φαινομενικά σέβεται τόν Θεόν, ἀλλά στήν πραγματικότητα ἐπιζητεῖ νά ἀρέση στούς ἀνθρώπους καί ὄχι στόν Θεόν».

5. Εἴδαμε, ἀδελφοί μου ἀγαπητοί, ποῦ ἀνήκομε, ποιός εἶναι ὁ δρόμος μας, καί ποιός εἶναι ὁ τρόπος, ἀλλά καί τά ἐμπόδια γιά νά τόν ἀκολουθήσωμε. Τί τίμημα θά πληρώσωμε γιά νά τόν πορευθοῦμε; Ἀσφαλῶς θά πληρώσωμε ἕνα τίμημα. Χρειάζεται ἕνας πόλεμος καί ὅπλα. Ἕνας ἀποφασιστικός ἀγώνας, ὅπου ὑπάρχει κόπος, ἱδρώτας καί τραυματισμοί. Αὐτό ὅμως δέν πρέπει νά μᾶς φοβίζῃ. Παλεύομε, ἀλλά δέν χανόμαστε. Πίπτομε καί ἐγειρόμαστε. Στήν πραγματικότητα εἶναι ἕνας ἀγώνας τοῦ Θεοῦ δίπλα μας. Ἀκατάπαυστος ἀγώνας, πού τόν εὐλογεῖ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἀναπληρώνει τίς δικές μας ἐλλείψεις καί ἀδυναμίες, ἀποκαθιστᾷ τά σπασμένα ὅπλα καί θεραπεύει τά τραύματα. Ποτέ σ᾽ αὐτόν τόν ἀγῶνα δέν πεθαίνομε, γιατί  μαζί μας σηκώνομε τόν σταυρό τοῦ Χριστοῦ, πού συνοδεύεται ἀπό τήν ἀνάστασι.

Τό τίμημα λοιπόν εἶναι ἕνας πόλεμος, ἀλλά καί ἕνας πρόσκαιρος κόπος καί πόνος. Ἡ θεραπεία τῶν πληγῶν καί τῶν παθῶν πονάει πάντοτε καί θέλει ὑπομονή, ἡ ὁποία ἐνδυναμώνει τόν ἄνθρωπο καί τόν καθιστᾷ ἔμπιστο δοῦλο τοῦ Θεοῦ.

Ἡ τιμή ὅμως, ὁ μισθός καί ἡ ἀμοιβή αὐτοῦ τοῦ δικοῦ μας τιμήματος καί τοῦ κόπου εἶναι ὑπεράνω πάσης ἀξίας, ὑπεράνω κάθε ζωῆς.

Συγκεκριμένα ἡ τιμή καί ἡ ἀμοιβή εἶναι, μετά πάσης βεβαιότητος, ἡ νίκη σ᾽ αὐτόν τόν ἀγῶνα, ἡ ἐλευθερία ἀπό τά δεσμά τοῦ κόσμου, ἡ ἐλευθερία ἀπ᾽ αὐτόν τόν κόσμο, τόν παρόντα αἰῶνα τόν ἀπατεῶνα, εἶναι ἡ χαρά καί ἡ προσμονή τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί τέλος ἡ σωτηρία, ἡ ἐπιστροφή στόν παράδεισο.

Τέλος, θέλετε χαρά καί ἰσορροπία στήν ζωή σας; Μείνετε στήν ἀτμόσφαιρα τῆς Ἐκκλησίας, τῆς λατρείας, τῆς προσευχῆς, τῆς θυσίας καί τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεόν καί τόν πλησίον.

Νά γίνεσθε οἰκτίρμονες πρός ὅλους μέ τόν λόγο, μέ τήν καρδιά, μέ τήν φιλανθρωπία, διότι ὁ Πατήρ ὁ οὐράνιος εἶναι οἰκτίρμων.

Ζῆτε ἀνάμεσα στόν κόσμο, στίς δυσκολίες, στίς ἀντιξοότητες, στίς ἀνάγκες, στίς ἀνισότητες καί τίς προκλήσεις. Ὅμως λέει τό ἀπόφθεγμα τῶν ἁγίων Πατέρων «εἰ ἔχῃς καρδίαν, δύνασαι σωθῆναι».

Καλή Τεσσαρακοστή καί ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ μαζί σας.

 
< Προηγ.   Επόμ. >

Τα νέα μας

Στό Ἐνοριακό Κέντρο τῆς ἐνορίας μας θά πραγματοποι...
ΕΝΟΡΙΑΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ   Τό ...
  ΘΕΙΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ ΜΗΝΟΣ OKTΩΒΡΙΟΥ   1/10...
    ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΕΣ  ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ ...