Mεγάλη Επανάσταση Εκτύπωση E-mail


            Ἔλεγε ὁ π. Ἰουστίνος Πόποβιτς προπολεμικὰ σ’ ἕνα φοιτητικὸ περιοδικό, κάπως ἐπαναστατικό: «Νὰ εἶστε πιὸ ἐπαναστατικοὶ ἀπ’ ὅσο εἶστε. Νὰ ἐπαναστατεῖτε ἐναντίον τοῦ θανάτου. Αὐτὴ εἶναι ἡ πιὸ μεγάλη καὶ τελικὴ ἐπανάσταση». Αὐτὸ μπορεῖ νὰ ἦταν ἕνα λογοπαίγνιο. Δὲν ἔχει σημασία. Σημασία ἔχει ὅτι ὁ θάνατος εἶναι ἕνα γεγονὸς ποὺ πρέπει νὰ καταργηθεῖ. Εἶναι ἡ ἔσχατη δουλεία τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι πράγματι ὁ τελευταῖος ἐχθρός. Καὶ μὴν τὸ ξεχνᾶμε ποτέ: Ὁ χριστιανὸς δὲν εἰρηνεύει μὲ τὸν θάνατο, δὲν συμβιβάζεται.

            Διαβάστε τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο γιὰ νὰ δεῖτε τί ἄνθρωπο προτείνει ὁ Ἅγιος, τί ἄνθρωπο δείχνει. Εἶναι ὁ ἀκατάπαυστος, ὁ ἀκούραστος ἀγωνιστὴς γιὰ τὸν ἀληθινό, τὸν σωστὸ ἄνθρωπο. Γι’ αὐτὸ ἔχει τόσο διαδοθεῖ. Μίλαγε στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι ἀπὸ τοὺς πιὸ προσιτοὺς Πατέρες. Καὶ γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ Ντοστογιέφσκυ καὶ πολλοὶ ἄλλοι διαβάστηκαν τόσο καὶ θὰ διαβάζωνται καὶ δὲν θὰ περάσει ποτὲ ἡ ἐποχή τους, ἐπειδή ὁμιλοῦν γιὰ τὸν “ἄνθρωπο”.

            Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὕπαρξη πρὸς θάνατον. Μποροῦμε νὰ τὸν δοῦμε ἑπομένως ὄχι τόσο στὸν χρόνο ποὺ ἀναδύεται ἀπὸ τὸ εἶναι, καὶ ἀναδύεται στὸν χρόνο καὶ ὑπάρχει, ἀλλὰ κυρίως ὅταν κινεῖται πρὸς τὸν θάνατο. Ὁ θάνατος πολὺ τὸν προσδιορίζει.

            Οἱ φιλοσοφίες, γενικὰ οἱ περὶ ἀνθρώπου θεωρίες αὐτοῦ τοῦ κόσμου ποὺ δὲν ὑπολογίζουν τὸν θάνατο, ὡς βασικὸ στοιχεῖο, δὲν μποροῦν νὰ μιλήσουν γιὰ τὸν ἄνθρωπο.

            Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι στὴν Ὀρθοδοξία ἑορτάζεται περισσότερο ἀπ’ ὅλα ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Καὶ στὸ Εὐαγγέλιο ὁ νέος θέτει τὸ πιὸ ριζικὸ ἐρώτημα στὸ Χριστό: «Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσω ἵνα ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;» (Μάρκ. 10,17). Τὸν ἀπασχολοῦσε ὁ θάνατος, ἤθελε αἰώνια ζωή. Καὶ αὐτὸ εἶναι χαρακτηριστικό της νεότητας.

            Μάλιστα τίθεται ἀκριβῶς τὴν ὥρα ποὺ ἀναδύεται τὸ πρόσωπο, ἡ προσωπικότητα, στὴν ἐφηβεία. Τὴν ὥρα ποὺ ἡ ζωὴ ἀνάβει, ποὺ ἀνοίγονται οἱ ὀρέξεις γιὰ ζωή, ἀμέσως φανερώνεται καὶ ἕνα ὁριακὸ σημεῖο, τὰ σύνορα, τὸ ὁρόσημο θάνατος. Μόνος του φανερώνεται, ἁπλούστατα ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἀλήθειας τῆς ζωῆς. Εἶναι δὲ πρόνοια Θεοῦ, γιατί ἔτσι ὁ νέος βοηθιέται μὲ τὸ νὰ τοποθετεῖται ἀπὸ τὴν ἀρχή, γιατί πρέπει καὶ τὸ ὁρόσημο αὐτὸ νὰ τὸ λάβει ὑπόψιν του ὁ νέος. Καὶ ἂν δὲν τὸ λάβει ὑπόψιν του, δὲν νομίζω ὅτι μπορεῖ νὰ τοποθετηθεῖ σωστά.

            Καὶ πῶς τώρα δέχονται οἱ χριστιανοὶ τὸν θάνατο καὶ πῶς τὸν ἑρμηνεύουν, καὶ μάλιστα τὸν μακαρίζουν, ὅπως λέει σὲ κάποιο στίχο: «τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τῶν ὁσίων Αὐτοῦ»; Ὅλες οἱ θρησκεῖες καὶ ὅλες οἱ μεγάλες φιλοσοφίες, εἴτε μιλοῦν γιὰ ψεύτικη ὕπαρξη, εἴτε γιὰ ἀλλοτρίωση, ὅλοι ἐκφράζουν τὴν ἐμπειρία ὅτι ἡ κατάσταση στὴν ὁποία οἱ ἄνθρωποι βρίσκονται καὶ ζοῦν, δὲν εἶναι φυσικὴ, κάτι ἔχει συμβεῖ. Ὁ Πλάτων, ὁ Πλωτῖνος, οἱ ἀρχαῖοι, ἔχουν τὴν ἰδέα τῆς καταπτώσεως, ὅτι δηλαδὴ ὁ κόσμος αὐτὸς εἶναι φυλακὴ ἀπὸ τὴν ὁποία πρέπει νὰ ἀπελευθερωθοῦμε καὶ νὰ γυρίσουμε σὲ κάτι ποὺ θεωρεῖται ἀρχετυπικό. Αὐτὴ δηλαδὴ ἡ τωρινὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἡ κανονική, ἡ ὁμαλή. Εἶναι μία πτώση.

            Γι’ αὐτὴ λοιπὸν τὴν ἰδέα τῆς πτώσεως, δὲν μιλάει πολύ τὸ Εὐαγγέλιο, ἀλλὰ τὸ προϋποθέτει. Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, ὅπως μιλάει στὸ Γ΄ κεφάλαιο τῆς Γενέσεως σχετικὰ μὲ τὴν πτώση. Ἡ ἱστορία μὲ τὴ μηλιὰ καὶ τὸ μῆλο ποὺ πῆρε ἡ Εὔα, μοιάζει μὲ παραμύθι, καὶ ὁ Μπερντιάεφ δὲν διστάζει νὰ τὸ ὀνομάσει μῦθο περὶ τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι ὁ μῦθος φανερώνει μία μεγάλη ἀλήθεια, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ τὴν ἐκφράσει. Ὅπως ἐπίσης μιλάει γιὰ μῦθο περὶ τοῦ Ἀδάμ. Δὲν μποροῦμε νὰ μποῦμε στὸ μυστήριο τοῦ Ἀδάμ, ὅμως εἶναι μία ἀλήθεια. Τὸ Εὐαγγέλιο λοιπὸν προϋποθέτει τὴν πτώση, ἀλλὰ δὲν τὴν ἑρμηνεύει ἀλλιῶς παρὰ ἀπὸ τὴν ὑπέρβαση τῆς πτώσεως. Ἀπὸ τὴν ὑπέρβαση τοῦ θανάτου θὰ μιλήσει γιὰ τὸν θάνατο. Καίτοι εἶναι πραγματικότητα ὁ θάνατος, μόνον ὑπὸ τὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ὑπὸ τὸ φῶς τῆς ὑπερνικήσεως, τῆς ἀναπαλαιώσεως, τῆς ἥττας τῆς πτώσεως, μποροῦμε νὰ δοῦμε τί εἶναι ὁ θάνατος καὶ τί εἶναι ἡ πτώση. Καὶ στὴ νίκη τοῦ Χριστοῦ ἔναντι τοῦ θανάτου, ὄχι ἁπλῶς καταργεῖται ὁ θάνατος, ἀλλὰ ἀναδύεται ἡ ζωή. Ἡ Γραφὴ λέει ὅτι ὁ Θεὸς «οὐκ ἔστι ποιητὴς τοῦ θανάτου», ἀλλὰ τὸν ἄφησε, τὸν ἐπέτρεψε. Ὄχι ὡς τιμωρία, ἀλλὰ ὡς κάποια εὐεργεσία. Καὶ ἡ Γραφὴ βεβαιώνει ὅτι ὁ Θεὸς μετανοεῖ, ὅπως στὸν κατακλυσμό καὶ στὸν Προφήτη Ἰωνᾶ - μετάνοια Νινευιτῶν: «ὁ μετανοῶν ἐπὶ ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν», λέγεται στὶς προσευχές, καί ἀλλάζει τὴ στάση του, διότι ἀγαπᾶ τὸν ἄνθρωπο.

            Ὁ Θεὸς κενοῦται (βλ. Φιλ. 2,7), μένει ὅμως Θεός νὰ μᾶς σώσει. Δὲν ὑπάρχει ἄλλη πηγὴ ζωῆς, ἄλλη πηγὴ φωτός, ἄλλη πηγὴ εὐτυχίας, παρὰ ὁ Θεός. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ μέ τό νά μπαίνει στὸν ἄνθρωπο, νὰ ἐνσαρκωθεῖ, νὰ σταυρωθεῖ, καὶ νὰ νικήσει τὸν θάνατο ἀπὸ μέσα, καὶ ἀναλαμβάνοντας μέσα του τὸν θάνατο ὡς ἄνθρωπος, καὶ ἐν τῷ ἀνθρώπῳ, θὰ τὸν νικήσει ἀπὸ μέσα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ. Νὰ χαρίση στόν ἄνθρωπο τό ἔλεος του ὁ Θεός.

            Δὲν μᾶς στέλνει ὁ Θεὸς τὸν θάνατο. Δεχόμαστε τὸν θάνατο, ἐπειδὴ δεχόμαστε ὅτι εἴμαστε ἁμαρτωλοί. Εἶναι ἡ πληρωμὴ γι’ αὐτὸ ποὺ εἴμαστε, υἱοὶ καί ἀπόγονοι τοῦ Ἀδάμ. Ἀλλὰ δὲν σταματᾶμε ἐκεῖ.

            Γινόμαστε ἀπόγονοι τοῦ Χριστοῦ καί ὀπαδοὶ, ταυτιζόμαστε μὲ Αὐτόν, καὶ νικᾶμε τὸν θάνατο μέ τό νά πεθάνουμε ἐν Χριστῷ. Στοὺς μάρτυρες, κυρίως, φαίνεται αὐτὸ καθαρά. Μὲ τὸν Χριστὸ ἀναστάντα, μὲ τὸν Χριστὸ νικήσαντα τὸν θάνατο. Δὲν ὑπάρχει πιὰ διαχωρισμός, μεταξὺ θανάτου καὶ ζωῆς. Ἐν ὀλίγοις, δὲν ὑπάρχει πλέον δύναμη ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Οὔτε ἁμαρτία, οὔτε θάνατος, οὔτε διάβολος, οὔτε κακό, οὔτε κόλαση, οὔτε τίποτα ποὺ νὰ ἀντέχει νὰ παραβληθεῖ μὲ τὸν Θεό (Ἅγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης). Ἐμπιστευόμαστε Αὐτὸν καὶ τὸν ἀκολουθοῦμε. Δεχόμαστε καὶ ἐπιθυμοῦμε νὰ ταυτιστοῦμε κι ἐμεῖς μ’ Ἐκεῖνον, ὅπως Ἐκεῖνος δέχτηκε νὰ ταυτιστεῖ μ’ ἐμᾶς.

            Ζοῦμε, ὅμως, στὸν κόσμο αὐτό, στὴν κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος, καὶ πολὺ περισσότερο κάποιοι πειράζονται καὶ νικᾶνε τὸν διάβολο. Π.χ. ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ διὰ Χριστὸν σαλός, ἢ ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ ἐν τῷ Θαυμαστῷ Ὄρει, ἀλλὰ καὶ σύγχρονοι ἅγιοι καὶ γεροντάδες καὶ ἁπλοί εὐλαβεῖς πιστοί.

            Αὐτὲς εἶναι μαρτυρίες καί ἐμπειρίες μιᾶς ζωῆς.

            Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι τὸν θάνατο μόνο ἀπὸ τὴ νέα πραγματικότητα τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ μποροῦμε νὰ τὸν δοῦμε.

            Κάθε χριστιανός οὐσιαστικὰ δὲν δέχεται τὸν θάνατο. Ἔχει ταχθεῖ μὲ τὴ Ζωή, ἔχει ταχθεῖ μὲ τὸν ἀναστημένο Χριστό. Οἱ ὀρθόδοξοι λαοί, ἐν ἀντιθέσει μὲ τὸν σὐγχρονο ἄνθρωπο, πάντοτε προτιμοῦν τὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀπὸ τὴ βασιλεία τῆς γῆς, πάντοτε προτιμοῦν νὰ μὴν προδώσουν τὸν Θεὸ καὶ νὰ πεθάνουν ἂν χρειάζεται, παρὰ νὰ συνθηκολογήσουν,. Διότι πιστεύουν ὅτι ἡ ἄλλη ζωή, ἡ ζωὴ μὲ τὸν Χριστό, ἡ αἰώνια, εἶναι ἡ συνέχεια. Ὁ θάνατος εἶναι ἁπλῶς ἕνα ἐπεισόδιο.

            Ἀλλὰ μπροστὰ στὴν τραγικότητα τοῦ θανάτου, δὲν πρέπει εὔκολα νὰ μιλᾶμε γιὰ τὸν θάνατο καὶ κατὰ κάποιον τρόπο νὰ τὸν ἁπαλύνουμε. Θὰ πρέπει ἡ ἀντινομία τοῦ θανάτου νὰ κρατηθεῖ. Ὅτι δηλαδὴ εἶναι ὁ ἔσχατος ἐχθρὸς καὶ εἶναι κάτι ποὺ πρέπει νὰ πολεμήσουμε.

            Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ δική μας ἀνάσταση εἶναι τελικὴ ὑπέρβαση τοῦ θανάτου.

 

Διασκευή ἀπό τό βιβλίο: «Ἀπὸ τὴν ἐλευθερία στὴν ἀγάπη», Ἀθανασίου Γιέφτιτς

 
< Προηγ.   Επόμ. >

Τα νέα μας

https://youtu.be/XWp5Z2EWsmw?t=1 ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ & ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΠΑ...
ΕΝΟΡΙΑΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ Τό προσκλ...
  IOYNIΟΣ 2017   1/6       Πέμπτη         Ἰο...
  ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΕΣ ΕΥΚΑΙΡΕΙΕΣ Ὄρθρος:       ...