Διερεύνηση της προσωπικότητας του Πιλάτου Εκτύπωση E-mail

Βέβαια, ἡ προσωπικότης τοῦ Πιλάτου δὲν ἔχει ἀκόμη ἐξαντληθεῖ ἀπὸ τοὺς ἐρευνητές. Ἴσως δὲν θὰ ἐξαντληθεῖ ποτέ, γιατί εἶναι δεμένη μὲ τὴν ἀπέραντη ἀπήχηση τοῦ κοσμοϊστορικοῦ ἐκείνου γεγονότος, πού δονεῖ πάντα τοὺς ἀνθρώπους.

Ὁ Πόντιος Πιλᾶτος ἔχει γίνει τραγικὸ σύμβολο ἀνθρώπου πού παλεύει μὲ τὴ συνείδησή του, μὲ τὸ φόβο, μὲ τὴν ὀλιγοπιστία του, μὲ τὸ σκεπτικισμό του.

Ἦταν Ρωμαῖος ἄρχων. Ἔπρεπε νὰ πιστεύει στὴ ρωμαϊκὴ κοσμοκρατορία.

Ἡ τύχη ὅμως τὸν εἶχε στείλει νὰ κυβερνᾶ ἕναν λαὸ θορυβώδη, ἀσύντακτο, παρορμητικό, ἀνατολίτικο, φανατισμένο καὶ συνάμα ἐχθρικότατο πρὸς τὴ Ρώμη. Οἱ Ἰουδαῖοι εἶχαν τὴν παράδοση τοῦ περιούσιου λαοῦ. Ὅταν ὁ Ἰησοῦς εἶχε πεῖ ὅτι ἡ Ἀλήθεια θὰ ἐλευθερώσει τοὺς ἀνθρώπους, οἱ Ἰουδαῖοι ἐξεγέρθησαν: Τί θὰ πεῖ θὰ μᾶς ἐλευθερώσει! Ἐμεῖς εἴμαστε ἀπόγονοι τοῦ Ἀβραάμ, καὶ δοῦλοι δὲν ἐγίναμε ποτὲ σὲ κανέναν: «Πῶς σὺ λέγεις ὅτι «ἐλεύθεροι γενήσεσθε;».

 

Δὲν εἶχαν ἐννοήσει οἱ Ἰουδαῖοι τὰ λόγια ἐκεῖνα τοῦ Ἰησοῦ. Δὲν εἶχαν ἀντιληφθεῖ τὴ βαθύτερη ἔννοια ἐκείνης τῆς ἐσωτερικῆς ἐλευθερίας, πού περιέχεται στὴ χριστιανικὴ θρησκεία.

«Ἐπ’ ἐλευθερία ἐκλήθητε» .

 

«Οὗ Κύριος, ἐκεῖ καὶ ἐλευθερία!». Δὲν εἶχαν ἀντιληφθεῖ, ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶχε καλέσει τοὺς ἀνθρώπους σὲ ἐλεύθερη καὶ αὐθόρμητη προσέλευση. Γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς, ὁ χριστιανὸς εἶναι ἐλεύθερος μπροστὰ στὸ Θεὸ — ἀλλὰ μαζὶ καὶ ἰσχυρὸς καὶ θαρραλέος, γιατί πάντα ἀντλεῖ κανεὶς ἰσχὺ καὶ θάρρος ἀπὸ τὴν ἐλευθερία πού τοῦ δίνουν. Καὶ τὸ κυριώτερο, ὁ χριστιανὸς αἰσθάνεται ἐλεύθερος καὶ θαρραλέος ἀπέναντι καὶ στοὺς ἰσχυρούς τῆς γῆς, ἐπειδὴ γνωρίζει ὅτι δὲν ὑπάρχει ὑλικὴ δύναμη ἱκανὴ νὰ ἐξαφανίσει αὐτὴ τὴν ἐλευθερία του, πού πηγάζει μέσ’ ἀπὸ τὴν ψυχή του. Δὲ σκοτώνεις μὲ σφαῖρες τὴν ψυχή. Ἀπὸ ἐδῶ ἐπήγασε τὸ μέγα ἐκεῖνο θάρρος, πού ἔκαμε τότε τοὺς Ἀπολογητὲς νὰ μιλοῦν μὲ ἕνα ἁπλὸ κι ἐκπληκτικό, σχεδὸν ἀκατανόητο θάρρος ἀπ’ εὐθείας πρὸς τοὺς πανίσχυρους αὐτοκρατόρες, χωρὶς καμμιὰν ὑποψία φόβου, ἀλλὰ καὶ τοὺς πιὸ ταπεινοὺς καὶ ἄσημους ἀνθρώπους, νὰ ἀναδεικνύονται, ἁπλὰ καὶ φυσικά, ἥρωες καὶ μάρτυρες κατὰ τοὺς διωγμούς. Ἦταν αὐτὴ ἡ ἐλευθερία τοῦ Χριστοῦ, πού τοὺς ἔδινε αὐτὸ τὸ θάρρος.

 

Πῶς ὅμως νὰ ἀντιληφθοῦν αὐτὴν τὴν εὐρύτερη ἐλευθερία οἱ Ἰουδαῖοι; Ὁ φανατισμὸς καὶ ἡ μονομέρεια τοὺς ἐμπόδιζε νὰ ἰδοῦν πιὸ μακρυὰ ἀπὸ τὴν περιούσια φυλή τους καὶ τὸν μωσαϊκὸ νόμο. Τὰ «ἔθνη», δηλαδὴ τοὺς ἄλλους λαούς, τοὺς «ἐθνικούς», τοὺς ἔβλεπαν σὰν μολυσμένους, καὶ κάθε ἐπικοινωνία μαζί τους ἦταν ἀπαγορευμένη.

 

Αὐτὸς λοιπὸν ὁ ἀδιάλλακτος λαός, ὁ γεμάτος φανατικὸ ἐθνικισμὸ καὶ ὑπεροψία, ἦταν τώρα τραυματισμένος καὶ ταπεινωμένος. Οἱ Προφῆτες του, τοῦ εἶχαν ὑποσχεθεῖ ὅτι ὅλα τὰ ἔθνη θὰ ὑποτάσσονταν σ’ αὐτόν, καὶ τώρα ἦταν ὑποταγμένος στὰ ἔθνη.

 

Αὐτούς τοὺς ἀνθρώπους ἔπρεπε νὰ διοικεῖ ὁ Πιλᾶτος. Στὸ βάθος τοὺς περιφρονοῦσε, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀντιπαθοῦσε βαθύτατα, ὅπως ἄλλωστε καὶ οἱ ἄλλοι Ρωμαῖοι. Καὶ τό ἔδειξε ἀμέσως μόλις ἀνέλαβε τὰ καθήκοντά του. Ἐτοποθέτησε τὰ αὐτοκρατορικὰ ἐμβλήματα, τὴ νύχτα, μέσα στοὺς ἰουδαϊκοὺς ναούς. Αὐτοὶ διαμαρτυρήθηκαν, διεξεδίκησαν τὰ ἱερὰ δικαιώματά τους, κατάγγειλαν τὴν «ἱεροσυλία».

 

Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι οἱ λαοὶ πού χάνουν τὴν ἐλευθερία τους, τὸ βασικὸ ἀγαθὸ, διεκδικοῦν ζηλότυπα τὰ «παρεπόμενα» ἄγαθα, πού ἀπομένουν. Καὶ τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς τὰ ἀποκτοῦν. Γιατί καὶ oἱ ξένοι κατακτητές, ἀλλὰ καὶ οἱ δικτάτορες, πρόθυμα τὰ παραχωροῦν. Στοὺς ὑποδούλους λαοὺς συνήθως παραχωροῦνται γιὰ παρηγοριά, δικαιώματα ἀνεξιθρησκείας, δικαιώματα ἐργασίας, κοινωνικῆς πρόνοιας, φυσικὰ καὶ χρηματικὲς ἐνισχύσεις, ἀλλὰ καὶ καλλιτεχνικὲς ἀπολαύσεις — ἄρτος καὶ θεάματα — καὶ ἄλλα.

 

Αὐτὰ λοιπὸν τὰ ψιχία τῶν ἐλευθεριῶν διεκδικώντας οἱ Ἰουδαῖοι, καὶ ὑπερασπιζόμενοι τὰ ἱερά τους, ἀξίωσαν καί ἐπέβαλαν νὰ πάρει τὰ αὐτοκρατορικὰ ἐμβλήματα ἀπὸ τοὺς ναούς των.

Ἀπὸ τότε ὁ Πιλᾶτος δὲν τοὺς περιφρονοῦσε μόνο, ἀλλὰ καὶ τοὺς μισοῦσε. Πρὸ πάντων ὅμως εἶχε ἀρχίσει νὰ τοὺς φοβᾶται. Καὶ αὐτὸ τὸ τελευταῖο, φαίνεται ὅτι ἦταν τὸ κλειδὶ ὅλης τῆς συμπεριφορᾶς του στὴ δίκη τοῦ Ἰησοῦ.

 

Σ’ αὐτὸ τὸ φόβο, πρέπει νὰ προσθέσουμε καὶ τὸ στοιχεῖο τοῦ σκεπτικισμοῦ. Ὁ Πιλᾶτος ἦταν μορφωμένος, ἴσως ἐγνώριζε καὶ ἑλληνικά, ὅπως πολλοὶ ἐξέχοντες Ρωμαῖοι τῆς ἐποχῆς. Αὐτὸ τὸν εἶχε ὁδηγήσει στὸ σκεπτικισμό, στὴν ὀλιγοπιστία. Αὐτὴ ἡ ὀλιγοπιστία του προδόθηκε ὅταν ρώτησε τὸν Ἰησοῦ: «Τί ἔστιν Ἀλήθεια;».

 

Ἦταν μιὰ ἐποχή, ὅπου ἀρκετοὶ μορφωμένοι Ρωμαῖοι, ἔβλεπαν τὶς εἰδωλολατρικὲς θρησκεῖες μὲ τοὺς ζῳόμορφους καὶ παράξενους θεούς, ἑλληνικοὺς καὶ ἀνατολικούς, σὰν θρησκεῖες κατώτερες ἀπὸ τὴ μόρφωσή τους, κι ἡ περιφρόνηση αὐτὴ τοὺς ὁδηγοῦσε σ’ ἕνα εἶδος ὀλιγοπιστίας, πού περιεῖχε καὶ στοιχεῖα σκεπτικισμοῦ καὶ ἀθεΐας.

 

Ἡ συμπεριφορὰ λοιπὸν τοῦ Πιλάτου δίνει τὴν εἰκόνα δικαστοῦ πού ἔχει περιπέσει στὸ σκεπτικισμό, χωρὶς καὶ νὰ ἔχει ἀποβάλει τελείως τὸ σεβασμὸ πρὸς τὸ δίκαιο καὶ τὴ συνείδησή του. Οἱ ταλαντεύσεις του, κατὰ τὴ διάρκεια αὐτῆς τῆς δίκης, αὐτὸ θὰ ἀποδείξουν.

 

Βέβαιο εἶναι ὅτι πάλεψε πολὺ ἀνάμεσα στὴ συνείδησή του καὶ στὸ φόβο τοῦ ὄχλου. Στὸ ἐνεργητικό του ἔχει καταγραφεῖ, ὅτι ἡ κρίση του ἦταν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὀρθή: ἐθεώρησε ἀθῶο τὸν Ἰησοῦ μέσα στὴ συνείδησή του, γι’ αὐτὸ ἄλλωστε δὲν τοῦ ἐφέρθηκε ὅπως σ’ ἕναν ἐγκληματία, ἀλλὰ μὲ κάποιο σεβασμὸ πού ἐρχόταν σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν χυδαιότητα τοῦ ὄχλου. Εὐθὺς ἐξ ἄρχης, ἐθεώρησε ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ μιὰ ἐσωτερικὴ διένεξη μεταξὺ Ἰουδαίων, ἀπ’ αὐτὲς ἀκριβῶς τὶς μικρολογίες πού αὐτὸς τὶς ἀποστρεφόταν.

 

Στὸ ἐνεργητικό του ἐπίσης εἶναι ἡ ἐπίμονη προσπάθεια, πού κατέβαλε γιὰ νὰ σώσει τὸν Ἰησοῦ. Ἡ προσπάθεια ὅμως αὐτὴ ἀπέβλεπε καὶ στὸ νὰ ξεφύγει, νὰ γλυτώσει ἀπὸ αὐτὴ τὴ δίκη. Αὐτὴ ἡ προσπάθεια ὑπεκφυγῆς εἶναι φαινόμενο πού παρατηρεῖται ἐνίοτε στὴν ἱστορία τῶν δικαστῶν, ὅταν ἐνεργοῦν κάτω ἀπὸ δύσκολες περιστάσεις. Ἀποφεύγουν τὴ σύγκρουση, τὴν κρίση, πού θὰ τοὺς ὁδηγοῦσε σὲ φοβερὰ διλήμματα συνειδήσεως. Προτιμοῦν, ἂν εἶναι δυνατό, τὴν ἀναβολή, τὴν παράκαμψη τῆς κρίσης. «Παρελθέτω τὸ ποτήριον».

 

Αὐτὴ τὴν προσπάθεια ὑπεκφυγῆς τὴν παρακολουθοῦμε νὰ κλιμακώνεται ἐντυπωσιακὰ στὴ συμπεριφορὰ τοῦ Πιλάτου.

 

Πρώτη προσπάθεια ὑπεκφυγῆς: «Λάβετε αὐτὸν ἡμεῖς, καὶ κατὰ τὸν νόμον ὑμῶν κρίνατε αὐτόν». Ἡ προσπάθεια ὅμως αὐτὴ ἀνατρέπεται ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς, πού τοῦ ὑπενθυμίζουν ὅτι δική του ἁρμοδιότης εἶναι νὰ ἐπικυρώσει τὴ θανατικὴ καταδίκη.

 

Ἀργότερα, ὅταν ὁ Πιλᾶτος ἄκουσε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐδίδασκε στὴ Γαλιλαία, ἁρπάζεται ἀπ’ αὐτὴ τὴ λέξη, σὰ νὰ ἦταν ἕνας ἀπὸ μηχανῆς θεός: «Στὴ Γαλιλαία; Τότε, ἁρμόδιος εἶναι ὁ Τετράρχης τῆς Γαλιλαίας, ὁ Ἡρῴδης! Σ’ αὐτὸν νὰ ὁδηγήσετε τὸν κατηγορούμενο!».

 Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἡρῴδης, κάθε ἄλλο παρὰ ὄρεξη εἶχε νὰ φορρτωθεῖ τὴν εὐθύνη αὐτῆς τῆς δίκης. Ἱκανοποιεῖ ὅμως τὴ νοσηρὴ περιέργεια πού εἶχε νὰ ἰδεῖ ἐπὶ τέλους ἀπὸ κοντὰ τὸν Ἰησοῦ, πού τὸν εἶχε ἀκούσει σὰν θρῦλο, καὶ πού ἐγνώριζε ὅτι εἶχε ἐχθρικὲς διαθέσεις ἀπέναντί του. Ὁ Ἰησοῦς εἶχε ἄλλοτε ἀποκαλέσει τὸν Ἡρῴδη «ἀλώπεκα.

 Ὁ Ἡρῴδης, μὲ ἀπίστευτη ἀσυνειδησία καὶ χυδαιότητα, βάζει νὰ χλευάσουν τὸν Ἰησοῦ, νὰ τοῦ φορέσουν ἄσπρη χλαμύδα, καὶ τὸν στέλνει πίσω στὸν Πιλᾶτο.

 

Ὁ Πιλᾶτος ἀναγκάζεται νὰ συνεχίσει τὴ διαδικασία. Ἐκδηλώνει ὅμως τὴ δυσφορία του, ἀνάμικτη μὲ περιφρόνηση, γιατί εἶναι ἀναγκασμένος νὰ μπλέκεται ἔτσι στὶς ἐσωτερικὲς διαφορὲς τῶν Ἰουδαίων: «Μήπως ἐγὼ εἶμαι Ἰουδαῖος; λέγει σὲ μιὰ στιγμὴ στὸν Ἰησοῦ. Τὸ δικό σου ἔθνος σὲ ἔφερε σὲ μένα». Εἶναι σὰν νὰ τοῦ ἒλεγε: «Ἐγὼ εἶμαι Ρωμαῖος. Τί γυρεύω μέσα στοὺς ἀνάξιους καυγάδες σας!».

 

Ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Πιλάτου ἦταν διφυής: ὡς κυβερνήτης ἀσκοῦσε κυρίως τὴ διοικητικὴ ἐξουσία. Ὡς Ἐπίτροπος ὅμως τῆς παντοδύναμης Ρώμης, εἶχε μιὰ ἔντονη συγκέντρωση ἐξουσιῶν στὰ χέρια του. Ἐνεργοῦσε ἐνίοτε καὶ ὡς δικαστής. Αὐτὴ ἡ συγκέντρωση κι ὁ διφυὴς χαρακτῆρας τῆς ἐξουσίας εἶναι κοινὸ γνώρισμαι τῶν ἀρχαίων ἀπολυταρχικῶν κυβερνήσεων. Εἶναι ὅμως ἐπίσης κοινὸ γνώρισμα, ὅτι αὐτὴ ἡ συνύπαρξη δύο ἀνόμοιων ἐξουσιῶν στὰ ἴδια χέρια, ὁδηγεῖ σὲ νόθευση καὶ παραμόρφωση. Ἡ μιὰ ἐξουσία βλάπτει τὴν ἄλλη. Ὅταν κυβερνᾶς, πρέπει νὰ εἶσαι γρήγορος, ἀποφασιστικός, νὰ ἁρπάζεις τὶς περιστάσεις, νὰ ἐκμεταλλεύεσαι εὐκαιρίες, νὰ ἀξιοποιεῖς τὴ σκοπιμότητα, νὰ κάνεις ἑλιγμοὺς καὶ ἐπιδέξιους χειρισμούς, γιὰ νὰ φθάσεις στὸ σκοπό σου.

 

Ὅταν ὅμως δικάζεις, εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο. Μακρυὰ ἀπὸ κάθε σκοπιμότητα, ἕνας μόνος δρόμος, ἴσιος καὶ φωτεινός, χαρὰσσεται μπροστά σου: τὸ δίκαιο. Κάθε παρέκκλιση ἀπ’ αὐτὸν τὸν ἴσιο δρόμο, κάθε ἑλιγμός, βλάπτει τὸ δίκαιο καὶ καταστρέφει τὴν ἔννοια τοῦ δικαστοῦ.

 

Συνεχίζει ὅμως τὶς προσπάθειες: «Θὰ τὸν μαστιγώσω καὶ θὰ τὸν ἀπολύσω!», λέγει στὸν ὄχλο. Ἡ πράξη αὐτὴ εἶναι μίγμα δειλίας καὶ ἀσυνειδησίας. Κανεὶς δὲν δικαιοῦται νὰ μαστιγώσει ἀθῷο. Ἐν τούτοις, ὁ δικαστὴς Πιλᾶτος ἀδικοπραγεῖ ἐδῶ, ἐλπίζοντας νὰ κολακεύσει ἔτσι τὰ πάθη τοῦ ὄχλου. Ἀπειρία, ἐπιπολαιότης, ταραχή; Ὁπωσδήποτε ἐπιπολαιότης ὑπάρχει σ’ αὐτὴν τὴν πράξη.

 

Κυρίως ὅμως τὴ χαρακτηρίζει βασικὰ ἡ ἔλλειψη θάρρους, τοῦ θάρρους ἐκείνου πού θὰ τὸν ἔκανε νὰ δηλώσει καθαρά: «Εἶναι ἀθῷος, τὸν ἀπολύω! καὶ ὅσο θέλετε, φωνάζετε!». Στὸ κάτω-κάτω, οἱ λεγεωνάριοι πού εἶχε στὴ διάθεσή του (ἕνα εἶδος στρατοῦ κατοχῆς), θὰ μποροῦσαν νὰ ἐπιβάλουν τὴν τάξη διὰ τῆς βίας. Δὲν θὰ ἦταν ἡ πρώτη φορὰ πού θὰ γινόταν αὐτὸ στὴν Ἱστορία.

 

Ναί, ἀλλὰ οἱ πικρὲς ἀναμνήσεις ἀπὸ τὴν ἐκδικητικότητα τῶν Ἰουδαίων, δὲν τὸν ἄφιναν νὰ σκεφθεῖ σωστὰ καὶ ἀνεπηρέαστα. Ἀκολούθησε ἡ προσπάθεια νὰ κινήσει τὸν οἶκτο τοῦ ὄχλου, παρουσιάζοντας τὸν Ἰησοῦ μὲ τὸν ἀκάνθινο στέφανο καὶ λέγοντας, «Ἴδε ὁ ἄνθρωπος!». Ὕστερα, ἡ πρόταση ν’ ἀπολύσει τὸν Ἰησοῦ ἀντί τοῦ Βαρραβᾶ καί, τέλος, ἡ προσπάθεια νὰ μεταχειρισθεῖ κάποια κρυμμένη εἰρωνεία, γιὰ νὰ ὑπενθυμίσει στοὺς Ἰουδαίους ὅτι στὸ κάτω-κάτω, αὐτὴ ἦταν ὑπόθεση καθαρὰ δική τους: «Τὸν βασιλέα ὑμῶν σταυρώσω;». Δηλαδὴ τὸν δικό σας τὸν βασιλέα — πού δὲν ἔχει σχέση μ’ ἐμᾶς τοὺς Ρωμαίους!

 

Αὐτὸ ὅμως ἦταν τὸ κρίσιμο ὀλίσθημα. Δὲν μπορεῖ νὰ παίζει ὁ ἄρχων, οὔτε νὰ κάνει πνεῦμα μὲ τὴν ἄσκηση τῆς ἐξουσίας του. Αὐτὴ ἀκριβῶς τὴ φράση του, τὴν ἅρπαξαν οἱ Ἰουδαῖοι, καὶ ἐνῷ ἀσφαλῶς ἐννόησαν τὴ σημασία της, τὴν διέστρεψαν αὐτοστιγμεῖ: «Οὐκ ἔχομεν βασιλέα, εἰμὴ Καίσαρα!», τοῦ ἀπάντησαν οἱ ἀρχιερεῖς.

 

Προξενεῖ κατάπληξη ἡ ἑτοιμότης αὐτὴ καὶ ἡ ἄμεση ἀπάντηση. Εἶχαν, φαίνεται, μεγάλη πεῖρα στὴ στρεψοδικία οἱ ἀρχιερεῖς. Καὶ ὁ χειρισμὸς αὐτὸς ἦταν εὔστοχος: ἐχτύπησε κατάκεντρα στὸ στόχο, πού ἦταν ἀκριβῶς ὁ φόβος τοῦ Πιλάτου, μήπως ἔχει μπλεξίματα μὲ τὴ Ρώμη. Ἡ θέλησή του παρέλυσε. Ὑπέκυψε λοιπὸν καὶ ἐγκατέλειψε πιὰ κάθε ἄλλη προσπάθεια νὰ σώσει τὸν Ἰησοῦ.

 

«Τότε οὖν παρέδωκεν αὐτὸν αὐτοῖς, ἵνα σταυρωθῆ». Αὐτὸ ἦταν τὸ τέλος.

 

Ὁ Πιλᾶτος εἶναι ὁ πρωταγωνιστὴς αὐτοῦ τοῦ δράματος. Σ’ ὅλη αὐτὴ τὴ δίκη πού ἔχει τόσες δραματικὲς φάσεις, παίζει ἕνα ρόλο πού δὲν εἶναι καθόλου παθητικὸς ἢ ἀδιάφορος, ἀλλὰ ἐνεργητικός, ἐπίμονος, ἀνήσυχος. Παίρνει πρωτοβουλίες, κινεῖται, συστρέφεται, θὰ ἔλεγε κανείς, μέσα στὰ δικονομικά του συρματοπλέγματα, προσπαθώντας νὰ βρεῖ διέξοδο, νὰ δώσει μιὰ λύση. Μόνο ὅτι δὲν ἀκολουθεῖ τὸν ἴσιο δρόμο: ν’ ἀπολύσει θαρραλέα τὸν Ἀθῷο. Ἀναζητεῖ πλάγιους δρόμους, νόθες λύσεις, προσπαθεῖ νὰ σώσει τὸν Ἰησοῦ, ἀλλὰ μόνο ὑπὸ τὸν ὅρο νὰ μὴν κινδυνεύσει καὶ ὁ ἴδιος. Σταματᾶ στὴ μέση του δρόμου, ὅταν διαφαίνεται ὁ κίνδυνος, καί, στὸ τέλος, ἐγκαταλείπει ἄδοξα τὴν προσπάθειά του, ὅταν ἡ καταχθόνια πονηριὰ τῶν ἀρχιερέων τοῦ πετάει τὴν ἀπειλή: «Θάχεις νὰ κάμεις μὲ τὴ Ρώμη!». Φαίνεται ὅτι οἱ ἐπαρχιακοὶ ἐκεῖνοι ἄρχοντες, αὐτὴ τὴν καταγγελία στὴ Ρώμη, τὴν ἐτρεμαν, σὰ φοβερὴ ἀπειλή. Οἱ θέσεις χάνονταν τότε εὔκολα, κι’ ἦταν θέσεις ἐπίζηλες καὶ προσοδοφόρες, πού κανεὶς δὲν ἤθελε νὰ τὶς στερηθεῖ.

 

Στὸ μεταξὺ ὅμως, ὁ Πιλᾶτος ἔχει ἐμπλακεῖ σὲ ἕνα ἄλλο δρᾶμα. Ἔχει δηλώσει καθαρὰ καὶ ξάστερα, ἐπίσημα καὶ δημόσια, ἐνώπιον τοῦ ὄχλου, τὴν προσωπική του πεποίθηση, ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ἀθῷος. Καὶ ὄχι μόνο μιὰ φορά, ἀλλὰ περισσότερες, πέντε ἢ ἕξη.

 

Καὶ τέλος, τὴ στιγμή, πού, ἐπισφραγίζοντας τὴ μικροψυχία του, ἔνιψε τὰ χέρια του, ἐπιβεβαίωσε τὴ δικαστική του πεποίθηση: «ἀθῷος εἰμὶ τοῦ αἵματος τοῦ δικαίου τούτου».

 

Αὐτὲς οἱ δημόσιες δηλώσεις τοῦ Πιλάτου μαρτυροῦν (καὶ θὰ μαρτυροῦν στὸν αἰῶνα τὸν ἅπαντα) τὴν πεποίθηση τοῦ Πιλάτου, ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἦταν ἀθῷος. Καὶ ὅμως τὸν καταδίκασε!

 

Διασκευή ἀπὸ τὸ βιβλίο  «Πινάκιον  φακῆς καὶ ὁ Νόμος τῶν λύκων», Μιχαὴλ Στασινοπούλου

 
< Προηγ.   Επόμ. >

Τα νέα μας

Στό Ἐνοριακό Κέντρο τῆς ἐνορίας μας θά πραγματοποι...
ΕΝΟΡΙΑΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ   Τό ...
  ΘΕΙΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ ΜΗΝΟΣ OKTΩΒΡΙΟΥ   1/10...
    ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΕΣ  ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ ...