Χριστουγεννιάτικα τριαντάφυλλα Εκτύπωση E-mail

....

Ἡ κλεφτομάνα ποὺ καθόταν στὴν κλεφτοσπηλιά, ψηλὰ στὸ δάσος τοῦ Γέιγγε, κίνησε μιὰ μέρα νὰ ζητιανέψει κάτω στὰ χωριὰ τοῦ κάμπου. Ὁ κλεφτοπατέρας ἦταν ἀφορισμένος ἀπὸ τὸ Δεσπότη καὶ δὲν τόλμαγε νὰ ξεμυτίσει ἀπὸ τὸ ἄγριο δάσος. Καθόταν καὶ παραμόνευε τοὺς διαβάτες ποὺ εἶχαν τὸ κουράγιο νὰ ζυγώσουν στοὺς πρώτους θάμνους. Ἐκείνη ὅμως τὴν ἐποχὴ δὲν περνοῦσαν καὶ πολλοὶ ταξιδιῶτες ἀπὸ τὴν ἀπάνω Σκῶνε. Κι ἂν ἀτυχοῦσε ὁ κλεφτοπατέρας μὲ τὸ κυνῆγι του, κινοῦσε ἡ γυναῖκα του γιὰ ζητιανιά. Ἔπαιρνε μαζί της τὰ πέντε της παιδιὰ τυλιγμένα μὲ κουρελιάρικα τομάρια καὶ μὲ ξυλοπάπουτσα, καὶ μ' ἕνα σακὶ στὸν ὦμο φορτωμένο τὸ καθένα τοὺς πιὸ μεγάλο κι ἀπὸ τὸ ἴδιο. Χτύπαγε τὴν πόρτα τοῦ χωριάτικου σπιτιοῦ καὶ κανένας δὲν εἶχε τὸ κουράγιο νὰ τῆς ἀρνηθεῖ ὅ,τι ζητοῦσε, γιατί δὲν τὸ εἶχε σὲ τίποτα, νὰ γυρίσει τὴ νύχτα καὶ νὰ τοὺς κάψει. Ἡ κλεφτομάνα καὶ τὰ παιδιὰ της ἦταν χειρότερα ἀπὸ ἕνα κοπάδι λύκους. Ὅλοι θὰ ἤθελαν νὰ γλυτώσουν ἀπὸ δαύτους. Κανεὶς ὅμως δὲν τολμοῦσε νὰ τοὺς κυνηγήσει ἢ καὶ νὰ τοὺς σκοτώσει. Ὅλοι ἤξεραν πὼς ὁ ληστὴς πατέρας ἦταν ἐκεῖ πάνω καὶ σίγουρα θὰ ἔπαιρνε τὸ αἷμα τους πίσω.

Ἐκεῖ λοιπὸν ποὺ γύριζε ἡ κλεφτομάνα μὲ τὰ παιδιά της ἀπὸ χτῆμα σὲ χτῆμα, πῆγε μιὰ ὄμορφη μέρα καὶ στὸ Ἔβεντ ποὺ ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἦταν μοναστῆρι. Χτύπησε τὴ μεγάλη θύρα καὶ ζήτησε φαΐ. Ὁ πορτάρης ἄνοιξε ἕνα μικρὸ ἀπανωπόρτι καὶ τῆς ἔδωσε ἕξι ὁλοστρόγγυλα ψωμιά. Ὅσο ἡ μάνα στεκόταν ἐμπρὸς στὴν πόρτα, τὰ μικρὰ τρέχαν ὁλόγυρα. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ τὴν τράβηξε ἐπίμονα ἀπὸ τὸ φουστάνι. Κάτι ἤθελε νὰ τῆς δείξει κι αὐτὴ ἔτρεξε κοντά του.

Ἕνας ψηλὸς καὶ γερὸς τοῖχος κύκλωνε τὸ μοναστῆρι. Τὸ σκανταλιάρικο ὅμως εἶχε κατορθώσει νὰ ἀνακαλύψει στὸ πίσω μέρος ἕνα μικρὸ πορτάκι ποὺ τὸ εἶχαν ξεχάσει μισάνοιχτο. Ἡ κλεφτομάνα τὸ ἔσπρωξε καὶ μπῆκε μέσα χωρὶς κατὰ τὴ συνήθειά της νὰ ρωτήσει κανένα. Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἡγούμενος στὸ μοναστῆρι τοῦ Ἔβεντ ἦταν ὁ ἀββᾶς Χάνς, ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἀγαποῦσε ἰδιαίτερα τὰ λουλούδια καὶ τὰ φυτά. Μέσα ἀπὸ τοὺς τοίχους τοῦ μοναστηριοῦ λοιπὸν εἶχε καλλιεργήσει ἕνα μικρὸ ἀνθόκηπο, ποὺ κοίταζε τώρα ἡ κλεφτομάνα. Μὲ τὴν πρώτη ματιὰ ποὺ ἔριξε αὐτὴ τὰ ἔχασε καὶ ἀποσβολώθηκε. Τὸ καλοκαῖρι εἶχε μπεῖ γιὰ τὰ καλὰ καὶ ὁ κῆπος ἦταν γεμάτος ἀπὸ λουλούδια. Τὰ χρώματα θάμπωναν τὰ μάτια. Συνῆλθε γρήγορα ἀπὸ τὴν ἔκπληξη καὶ μὲ ἕνα εὐχαριστημένο χαμόγελο ἄρχισε νὰ βαδίζει εὐθεῖα σ' ἕνα μονοπατάκι, ἀνάμεσα σε μικρὲς ὁλάνθιστες βραγιές. Εἶχε δεῖ ἕνα ὑποταχτικὸ ποὺ τὶς καθάριζε ἀπὸ τ' ἀγριόχορτα. Αὐτὸς εἶχε ἀφήσει καὶ τὸ πορτάκι ἀνοιχτὸ, γιὰ νὰ πετάξει τὶς μολόχες καὶ τὴν ἀγριάδα στὸ σωρὸ τῶν σκουπιδιῶν. Ὅταν εἶδε τὴν κλεφτομάνα μὲ τὸ τσοῦρμο της ποὺ τὴν εἶχε στὸ μεταξὺ ἀκολουθήσει, ἔτρεξε νὰ τῆς κόψει τὸ δρόμο. Τῆς εἶπε νὰ φύγει ἀμέσως. Ἐκείνη ὅμως συνέχισε τὸ δρόμο της χωρὶς νὰ τοῦ δίνει σημασία. Κοίταζε ἄπληστα παντοῦ. Κάρφωνε τὸ βλέμμα της στοὺς ἄσπρους ὁλόισιους κρίνους, στοὺς νάρκισσους, στὶς βιολέτες, στὸν κισσὸ ποὺ σκαρφάλωνε καὶ σκέπαζε τοὺς ψηλοὺς τοίχους.

Ὁ μικρὸς καλόγερος νόμισε πὼς δὲν κατάλαβε τί τῆς ἔλεγε καὶ πῆγε νὰ τὴν πιάσει ἀπὸ τὸ χέρι καὶ νὰ τὴν ὁδηγήσει στὴν πόρτα. Μὰ ἐκείνη, σὰν τὸν εἶδε νὰ τὴν πλησιάζει, τοῦ ἔριξε μιὰ τέτοια ματιά, ποὺ ὁ ὑποταχτικὸς σταμάτησε ἀπότομα καὶ μάλιστα ἔκανε καὶ δύο βήματα πίσω. Ὡς ἐκείνη τὴ στιγμὴ πήγαινε σκυφτὴ μὲ τὸ ζητιανοσάκι στὸν ὦμο. Τώρα ὅμως ὀρθώθηκε κι ἔδειξε τὸ μπόι της.

- Εἶμαι ἡ κλεφτομάνα ἀπὸ τὸ δάσος τοῦ Γέιγγε, εἶπε. Γιὰ κόπιασε νὰ μ' ἀγγίξεις ἄν σου βαστάει.

Εἶπε αὐτὰ τὰ λόγια κι ἔδειχνε τόσο σίγουρη γιὰ τὸν ἑαυτό της, σὰν νὰ ἦταν ἡ ἴδια ἡ βασίλισσα τῆς Δανιμαρκίας. Ὁ ὑποταχτικὸς ὅμως βρῆκε πάλι τὸ θάρρος του, ἂν καὶ τώρα ποὺ ἔμαθε ποιὰ εἶναι μάζεψε τὴ γλῶσσα του, καὶ τῆς εἶπε ἤρεμα:

-Ἄκου κλεφτομάνα. Ἐδῶ εἶναι μοναστῆρι ἀντρικό, καὶ ἀπαγορεύεται ἡ εἴσοδος στὶς γυναῖκες. Ἂν δὲν φύγεις, οἱ ἄλλοι καλόγεροι θὰ τὰ βάλουν μαζί μου ποὺ δὲν φρόντισα νὰ κλείσω τὴν πόρτα, καὶ μπορεῖ καὶ νὰ μὲ διώξουν. Ἡ κλεφτομάνα ὅμως τὸν ἀγνόησε καὶ πῆγε πιὸ πέρα στὸ δρομάκι μὲ τὶς βραγιὲς κι ἔσκυψε στὸν κατηφὲ ποὺ ἦταν μυριανθισμένος καὶ θαύμαζε τὰ βυσσινιὰ λουλούδια του. Ἔπειτα μύρισε βαθιά τὸ ἁγιόκλημα, γεμάτο μὲ κίτρινα μπουκετάκια. Τότε τὸ καλογεράκι ἀποφάσισε νὰ ζητήσει βοήθεια. Μπῆκε στὸ μοναστῆρι καὶ σὲ λίγο βγῆκε μὲ δυὸ μεγαλόσωμους καλόγερους. Ἡ κλεφτομάνα κατάλαβε πὼς τὰ πράγματα σοβάρεψαν κι ἑτοιμάστηκε γιὰ μάχη. Στυλώθηκε λοιπὸν μὲ ἀνοιχτὰ πόδια μπροστὰ στὴν πόρτα καὶ ἄρχισε μὲ ἄγρια φωνὴ νὰ φοβερίζει τοὺς καλόγερους, ὅτι θὰ δοῦν αὐτοὶ τί ἔχουν νὰ πάθουν, ἂν δὲν τὴν ἀφήσουν νὰ μείνει στὸν κῆπο, ὅσο θέλει. Οἱ καλόγεροι ὅμως χωρὶς νὰ δειλιάσουν προχώρησαν εὐθεῖα κατὰ πάνω της, γιὰ νὰ τὴ βγάλουν ἔξω. Τότε σιώπησε, πῆρε φόρα κι ἔπεσε πάνω τους σὰν θηρίο. Τοὺς ἔγδερνε μὲ τὰ νύχια της καὶ τοὺς δάγκωνε, μὰ τὸ ἴδιο ἔκαναν καὶ τὰ λυκόπουλά της. Γρήγορα κατάλαβαν πὼς ἦταν πιὸ δυνατὴ ἀπὸ αὐτοὺς καὶ μπῆκαν στὸ μοναστῆρι, γιὰ νὰ ζητήσουν ἐνίσχυση. Στὴν εἴσοδο ὅμως τοῦ μοναστηριοῦ συνάντησαν τὸν ἀββᾶ Χάνς, ποὺ ἔβγαινε νὰ δεῖ ποῦ ὀφείλονταν οἱ φωνὲς στὸν κῆπο. Ἀναγκάστηκαν βέβαια νὰ ἀνακόψουν τὴ φόρα τους καὶ νὰ τοῦ δώσουν ἐξηγήσεις. Ὁ ἀββᾶς, ἀφοῦ ἄκουσε προσεκτικά, τοὺς μάλωσε ποὺ τὰ ἔβαλαν μὲ τὴν κλεφτομάνα καὶ θέλησαν νὰ τὴ βγάλουν μὲ τὸ ζόρι ἔξω ἀπὸ τὸν κῆπο. Ἔστειλε τοὺς δύο στὰ διακονήματά τους καὶ μολονότι ἦταν γέρος καὶ ἀδύνατος, πῆρε μόνο τὸν ὑποταχτικὸ καὶ τράβηξε γιὰ τὸν κῆπο. Ὅταν βγῆκε εἶδε τὴ γυναῖκα νὰ περιδιαβάζει τὰ δρομάκια μὲ τὶς βραγιές, συνεπαρμένη πάλι ἀπὸ τὰ χίλια μύρια χρώματα καὶ σχήματα τῶν λουλουδιῶν καὶ τῶν φυτῶν. Καὶ μονολόγησε:

-Μὰ βέβαια, θὰ 'ναι ἡ πρώτη της φορὰ ποὺ βλέπει κῆπο.

Ἦταν παράξενο, ὅμως κοίταζε τὰ λουλούδια σὰν νὰ τὰ εἶχε ξαναδεῖ. Χαμογελοῦσε στὴ λεβάντα, τὴν ἀγριοφασκομηλιὰ καὶ τὸ διοσμαρίνι, σὰν νὰ ἦταν παλιοί της γνώριμοι. Τὰ κοίταζε τρυφερὰ καὶ κουνοῦσε πότε πότε τὸ κεφάλι. Ὁ ἀββᾶς Χὰνς ἀγαποῦσε τὸν ἀνθόκηπό του, ὅσο ἀγαπᾶ καὶ θαυμάζει τὴ Δημιουργία ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἀφιέρωσε τὴ ζωή του στὸ Δημιουργό. Ἡ γυναῖκα φαινόταν ἄγρια καὶ φοβερή, δὲν προκαλοῦσε καμιὰ συμπάθεια. Ὁ ἀββᾶς ὅμως ἔνιωθε μαζὶ μὲ τὸν οἶκτο καὶ κάποια εὐχαρίστηση ποὺ τὰ ἔβαλε αὐτὴ μὲ τρεῖς καλόγερους προκειμένου νὰ συνεχίσει νὰ βλέπει τὰ λουλούδια του. Τὴν πλησίασε λοιπὸν καὶ τὴ ρώτησε ἥσυχα κι εὐγενικά, ἂν τῆς ἄρεσε ὁ κῆπος. Ἡ κλεφτομάνα γύρισε ἀπότομα κι ἐπιθετικὰ πρὸς τὸν ἀββᾶ. Σὰν εἶδε ὅμως τὸ γλυκὸ τοῦ βλέμμα, τὰ ἄσπρα του μαλλιὰ καὶ τὸ σκυφτὸ κορμί του, χαλάρωσε κι ἀπάντησε ἐντελῶς ἤρεμα κι αὐτή:

- Ὅταν τὸν πρωτοαντίκρισα, μοῦ φὰνηκε πὼς δὲν εἶχα ποτέ μου δεῖ ὡραιότερον. Τώρα ὅμως βλέπω πὼς δὲν εἶναι τίποτα μπροστὰ σ' ἕναν ἄλλο κῆπο ποὺ ξέρω ἐγώ.

Μόνο αὐτὴ τὴν ἀπάντηση δὲν περίμενε ὁ ἡγούμενος. Μιὰ ἀνάλαφρη κοκκινάδα ἔβαψε τὰ μαραμένα του μάγουλα. Μίλησε τότε ὁ ὑποταχτικός:

Ὁ ἀββᾶς ποὺ βλέπεις γυναῖκα εἶναι ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς τοῦ Ἔβεντ, καὶ ἔφερε ἀπὸ μακριὰ κι ἀπὸ κοντά τὰ λουλούδια ποὺ βλέπεις. Ὅλος ὁ κόσμος τὸ λέει πὼς δὲν ὑπάρχει ὀμορφότερος κῆπος σὲ ὁλόκληρη τὴ Σκῶνε, κι ἔρχεσαι σὺ τώρα, ποὺ ζεῖς μέσα στ' ἄγρια τὰ βουνὰ νὰ κρίνεις τὸν κῆπο του;

Δὲν θέλω νὰ κάνω τὴν πολύξερη οὔτε σ' αὐτὸν οὔτε σὲ σένα. Λέω μονάχα πὼς ἂν βλέπατε τὸν κῆπο ποὺ ἔχω ἐγὼ στὸ νοῦ μου, θὰ ξεριζώνατε ὅλα τοῦτα τὰ λουλούδια καὶ θὰ τὰ πετάγατε μαζὶ μὲ τ' ἀγριόχορτα.

-Αὐτὸς βέβαια εἶναι ἕνας ἀνθόκηπος ποὺ τὸν φύτεψε ἡ εὐγενεία σου μέσα στὰ χαμόπευκα καὶ τὰ πουρνάρια τοῦ δάσους, εἶπε εἰρωνικὰ ὁ μικρὸς καλόγερος, καὶ πρόσθεσε:

Εἶμαι βέβαιος πὼς δὲν ἔβαλες τὸ πόδι σου σὲ κῆπο πρὶν ἀπὸ σήμερα.

Μπορεῖ νὰ μὴν ἔβαλα τὸ πόδι μου σὲ κῆπο πρὶν ἀπὸ σήμερα, ἐσεῖς ὅμως οἱ καλόγεροι, ποὺ εἶστε ἅγιοι ἄνθρωποι, θὰ ἔπρεπε νὰ ξέρετε πὼς τὸ ἀτέλειωτο δάσος τοῦ Γέιγγε γίνεται ὁλόκληρο ἕνας ἀνθόκηπος κάθε χριστουγεννιάτικη νύχτα, γιὰ νὰ γιορτάσει τὴ στιγμὴ ποὺ ἔρχεται στὸν κόσμο μας ὁ Κύριός μας. Κάθε χρόνο τὸ βλέπουμε νὰ γίνεται ἐμεῖς ποὺ ζοῦμε στὸ βουνὸ καὶ σ' αὐτὸν τὸν κῆπο ἔχω δεῖ ἐγὼ τὰ πιὸ ὄμορφα λουλούδια, ποὺ δὲν μοῦ βάσταξε ἡ καρδιὰ ποτὲ ν' ἁπλώσω τὸ χέρι καὶ νὰ κόψω. Ὁ ζωηρὸς ὑποταχτικὸς πῆγε πάλι νὰ μιλήσει, ἀλλὰ ὁ γέροντας τοῦ ἔκανε νόημα νὰ σωπάσει. Ἀπὸ τὰ παιδικά του χρόνια ἐκεῖνος εἶχε ἀκούσει ὅτι τὸ μακρινὸ και βαθύσκιο δάσος τοῦ Γέιγγε βάζει τὰ καλά του κι αὐτὸ γιὰ νὰ γιορτάσει. Πολλὲς φορὲς εἶχε ἐπιθυμήσει ν' ἀξιωθεῖ νὰ τὸ δεῖ κι αὐτός, ἀλλὰ δὲν τὸ κατόρθωσε ποτέ. Ποιός ξέρει ἂν δὲν ἦταν μιὰ τέτοια ἐπιθυμία τῆς καρδιᾶς του ποὺ τὸν ἔσπρωξε νὰ γίνει καλόγερος καὶ νὰ φτιάξει τὸν πιὸ ὡραῖο ἀνθόκηπο τῆς Σκῶνε γιὰ τὴ δόξα τοῦ Δημιουργοῦ του, μέσα στὴν ψυχή του κι ἔξω ἀπὸ αὐτήν. Κοίταζε τώρα τὴν ἀγριογυναῖκα καὶ τοῦ γεννιόταν πάλι ἡ ἐπιθυμία. Ἄρχισε λοιπὸν νὰ τὴν παρακαλεῖ νὰ τὸν ἀφήσει νὰ πάει στὴ σπηλιὰ τοὺς τὴ νύχτα τῶν Χριστουγέννων. Τῆς ὑποσχέθηκε νὰ πάει μόνος του καβάλα στὸ ἄλογο· νὰ ἔστελνε μόνο ἕνα ἀπὸ τὰ παιδιά της γιὰ νὰ τοῦ δείξει τὸ μονοπάτι, κι ἐκεῖνος δὲν θὰ πρόδιδε ποτὲ τὸ λημέρι τους, ἀλλὰ καὶ θὰ τοὺς ἀνταπόδιδε τὴν καλοσύνη τους μὲ τὸν καλύτερο τρόπο ποὺ θὰ μποροῦσε. Στὴν ἀρχὴ ἀρνήθηκε ἡ κλεφτομάνα, γιατί συλλογίστηκε τί τὴν περίμενε ἀπὸ τὸν κλεφτοπατέρα, σὰν θὰ ἔβλεπε πὼς βοήθησε τὸν ἀββᾶ νὰ φθάσει ὡς τὴ σπηλιά τους. Τὸ φόβο της ὅμως ξεπέρασε ἡ ἐπιθυμία της νὰ δείξει στὸν καλόγερο πὼς ὁ κῆπος του ἦταν πολὺ κατώτερος ἀπὸ αὐτὸν ποὺ ἤξερε ἐκείνη. Καὶ ὑποχώρησε.

- Δὲν θὰ πάρεις ὅμως περισσότερους ἀπὸ ἕνα καλόγερο καὶ δὲν θὰ μᾶς προδώσει ἡ ἁγιοσύνη σου.

Τὸ ὑποσχέθηκε ὁ ἀββᾶς καὶ ἡ γυναῖκα ἔφυγε. Στὸν ὑποταχτικὸ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ μὴν πεῖ σὲ κανένα τίποτα. Κι ὁ ἴδιος δὲν εἶχε στὸ νοῦ του νὰ μαρτυρήσει τὴ συμφωνία τούτη σὲ κανένα. Ἔτυχε ὅμως νὰ πάει ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀβεσσαλὼμ ἀπὸ τὴ Λοὺντ περαστικὸς καὶ νὰ μείνει ἐκεῖ μιὰ νύχτα. Τὸν πῆγε βέβαια στὸν κῆπο του καὶ ὁ ὑποταχτικὸς ποὺ σκάλιζε τ' αὐλάκια, τὸν ἄκουσε νὰ λέει στὸ Δεσπότη γιὰ τὸν κλεφτοπατέρα ποὺ τόσα χρόνια γύριζε στὸ δάσος ἀφορισμένος, καὶ νὰ τὸν παρακαλεῖ νὰ τοῦ δώσει τὴ συχώρεση καὶ νὰ τὸν λύσει ἀπὸ τὸν ἀφορισμό. «Γιατί ὅπως ζοῦνε τώρα, τὰ παιδιά του θὰ γίνουν χειρότεροι κακοῦργοι ἀπὸ τὸν ἴδιο, καὶ σὲ λίγο θὰ ἔχουμε ὁλόκληρη ληστοσυμμορία ἐκεῖ ἐπάνω». Μὰ ὁ ἐπίσκοπος Ἀβεσσαλὼμ ἀπάντησε πὼς δὲν εἶχε σκοπὸ νὰ ἀφήσει τὸν κακοῦργο αὐτὸν νὰ ξεκαμπίσει κάτω στὰ χωριά. Καλύτερα γιὰ ὅλους ἦταν, νὰ καθίσει ἐκεῖ ποὺ κάθεται. Ὁ γέροντας ὅμως δὲν τό 'βαλε κάτω, μόνο ἄρχισε νὰ τοῦ διηγεῖται μ' ἐνθουσιασμὸ γιὰ τὴν ἄνοιξη ποὺ ἔρχεται μέσα στὸ καταχείμωνο τὴ νύχτα τῶν Χριστουγέννων. «Κι ἂν στοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς φανερώνεται ἔτσι ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, αὐτὸ σημαίνει πὼς δὲν εἶναι καὶ τόσο ἀνάξιοι γιὰ τὴν εὐσπλαχνία τῶν ἀνθρώπων». Ὁ Δεσπότης ὅμως εἶχε ἕτοιμη τὴν ἀπάντηση:

- Ἕνα πρᾶγμα, ἀββᾶ Χάνς, μπορῶ νὰ σοῦ ὑποσχεθῶ· τὴ μέρα ποὺ θὰ μοῦ στείλεις ἕνα λουλοῦδι ἀπὸ αὐτὸν τὸ χριστουγεννιάτικο κῆπο τοῦ δάσους τοῦ Γέιγγε, θὰ σοῦ δώσω τὸ συχωροχάρτι γιὰ ὅλα αὐτὰ τὰ ἐλεύθερα πουλιά.

Ὁ ὑποταχτικὸς κατάλαβε, πὼς ὅσο πίστεψε ὁ ἴδιος τὴ διήγηση τῆς κλεφτομάνας, ἄλλο τόσο τὴν πίστεψε κι ὁ Δεσπότης. Ὁ ἀββᾶς ὅμως δὲν παρατήρησε τίποτε καὶ τὸ ἄκουσε καλόπιστα. Εὐχαρίστησε τὸ Δεσπότη γιὰ τὴν καλή του ὑπόσχεση, καὶ τὸν βεβαίωσε πὼς ναί, ὁπωσδήποτε θὰ τοῦ στείλει τὸ λουλοῦδι.

Ο ἀββᾶς Χὰνς ἑτοιμάστηκε καὶ τὴν παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων ξεκίνησε γιὰ τὸ δάσος τοῦ Γέιγγε παίρνοντας μαζί του μόνο τὸν ὑποταχτικό του. Ἕνα ἀπὸ τὰ κλεφτόπουλα πηδοῦσε σὰν ἀγριοκάτσικο μπροστὰ ἀπὸ τὰ ἄλογά τους δείχνοντας τὸ δρόμο. Ὁ γέροντας ἐπιθυμοῦσε τόσο πολὺ αὐτὸ τὸ ταξίδι ποὺ χαιρόταν τώρα σὰν παιδί. Γιὰ τὸν ὑποταχτικό του ὅμως ἦταν διαφορετικά τα πράγματα. Ἀγαποῦσε πολύ το γέροντά του καὶ θὰ τὸν ἀκολουθοῦσε καὶ στὴν ἄκρη τοῦ κόσμου. Δὲν πίστευε ὅμως ὅτι θὰ ἔβλεπαν κάποιο χριστουγεννιάτικο κῆπο. Ἦταν βέβαιος πὼς ὅλη αὐτὴ ἡ ἱστορία ἦταν μιὰ κοροϊδία ποὺ ἔφτιασε μὲ πονηρία ἡ κλεφτομάνα γιὰ νὰ πέσει ὁ ἀββᾶς στὰ χέρια τοῦ ἄντρα της. Ἀπὸ ὅπου κι ἂν περνοῦσαν ἔβλεπαν νὰ γίνονται ἑτοιμασίες γιὰ τὰ Χριστούγεννα. Σὲ ὅλα τα χωριουδάκια ζέσταιναν νερὸ γιὰ νὰ λουστοῦν τὸ ἀπόγευμα, κουβαλοῦσαν κρέατα ἀπό τό κελάρι καὶ ψωμιά, ἔβγαιναν τὰ παιδιὰ ἀπὸ τοὺς ἀχυρῶνες μὲ ἀγκαλιὲς σανὸ ποὺ τὸ ἔστρωναν στὸ πάτωμα, κι ἔτσι τὰ σπίτια γίνονταν σὰν φάτνες. Ὁ παπὰς κι ὁ ψάλτης στόλιζαν τὰ μικρὰ ξωκλήσια μὲ τὰ καλύτερα στολίδια ποὺ μπόρεσαν νὰ ἐξοικονομήσουν. Κι ὅταν μπῆκαν στὸ μονοπάτι γιὰ τὸ μοναστῆρι τοῦ Μπουσόε εἶδαν φτωχοὺς διαβάτες φορτωμένους μεγάλα ψωμιὰ καὶ λαμπάδες ποὺ τοὺς εἶχαν μοιράσει στὴν πόρτα οἱ καλόγεροι. Ὅλες αὐτὲς οἱ χριστουγεννιάτικες ἑτοιμασίες ἔκαναν τὸν ἀββᾶ Χὰνς πιὸ βιαστικό, καθὼς συλλογιζόταν πὼς τὸν περίμενε μιὰ γιορτὴ θαυμαστότερη ἀπὸ τὴ συνηθισμένη. Ὁ ὑποταχτικός του ὅμως ὅλο γκρίνιαζε ὅσο ἔβλεπε ὅλες αὐτὲς τὶς ἑτοιμασίες καὶ στὴν πιὸ μικρὴ καλύβα, καὶ παρακαλοῦσε κι ἐξόρκιζε τὸν ἀββᾶ νὰ γυρίσουν καὶ νὰ μὴν πᾶνε νὰ πέσουν μονάχοι τους στὰ χέρια τῶν ληστῶν. Μὰ ἐκεῖνος συνέχιζε τὸ δρόμο του χωρὶς νὰ σκοτίζεται γιὰ τὰ παράπονα τοῦ ὑποταχτικοῦ του. Ἄφησαν τὰ χωριὰ τοῦ κάμπου καὶ μπῆκαν μέσα σ' ἔρημους κι ἄγριους λόγγους. Τὰ μοναπάτια γίνονταν κακοτράχαλα μὲ ρίζες καὶ πέτρες, κι οὔτε γεφύρι ἢ δοκάρι δὲν ὑπῆρχε γιὰ νὰ περάσουν τὶς ρεματιὲς καὶ τὶς νεροσυρμές. Ὅσο προχωροῦσαν τόσο δυνάμωνε καὶ τὸ κρύο καὶ σὲ λίγο ἔφτασαν ἐκεῖ ποὺ τὸ χιόνι ἦταν στρωμένο γιὰ καλά. Ἀνέβαιναν τώρα ἀνηφορικὰ κι ἀπάτητα μονοπάτια, περνοῦσαν ἀπὸ νερὰ καὶ βάλτους, κι ἀκριβῶς ὅταν τὸ φῶς τῆς μέρας ἄρχισε νὰ λιγοστεύει, τὸ παιδὶ τοὺς πέρασε μέσα ἀπὸ ἕνα λιβάδι τριγυρισμένο ἀπὸ πανύψηλα δέντρα, ἄλλα γυμνὰ κι ἄλλα βαθυπράσινα χειμωνιάτικα. Πίσω ἀπὸ τοῦτο τὸ λιβάδι ἀντίκρισαν κάτι πελώριους βράχους σὰν τείχη καὶ στὴ μέση μιὰ θύρα ἀπὸ χοντρὲς σανίδες.

Ὁ γέροντας κατάλαβε πὼς ἔφθασαν καὶ ξεπέζεψε. Τὸ παιδὶ ἄνοιξε τὴ βαριὰ θύρα καὶ τὸ βλέμμα του ἔπιασε μιὰ φτωχὴ βραχοσπηλιᾶ μὲ γυμνοὺς πέτρινους τοίχους. Ἡ κλεφτομάνα καθόταν μπροστά σε μία φωτιὰ στὴ μέση, ὅπου μεγάλα κούτσουρα λαμπάδιαζαν. Κοντὰ στοὺς τοίχους ὑπῆρχαν στρωσίδια ἀπὸ κλαδιὰ καὶ ξερὰ χόρτα. Σ' ἕνα ἀπὸ αὐτὰ κοιμόταν ὁ κλεφτοπατέρας. Ἡ κλεφτομάνα φώναξε:

- Ε, σεῖς ἀπ' ἔξω, ἐλᾶτε μέσα καὶ μπάστε καὶ τ' ἄλογα γιὰ νὰ μὴν ξεπαγιάσουν τὴ νύχτα ἀπὸ τὸ κρύο.

Ὁ ἀββᾶς Χὰνς μπῆκε μὲ θάρρος στὴ σπηλιὰ κι ἀκολούθησε ὁ ὑποταχτικός του. Φτώχεια καὶ κακομοιριὰ βασίλευαν. Καμιὰ προετοιμασία δὲν εἶχε γίνει γιὰ τὰ Χριστούγεννα. Τὰ παιδιὰ καθισμένα κατάχαμα γύρω ἀπὸ ἕνα τσουκάλι, ἔτρωγαν ἕνα νερόπλυμα ποὺ ὑποτίθεται πὼς ἦταν σοῦπα. Ἡ κλεφτομάνα ὡστόσο μίλησε σὰν ἀρχοντοχωριάτισσα, βασίλισσα στὸ σπιτικό της:

-Κάθισε ἐδῶ στὴ φωτιὰ ἀββᾶ νὰ πυρωθεῖς, κι ἂν ἔχεις φαΐ μαζί σου φᾶε, γιατί τὸ φαΐ ποὺ μαγειρεύουμε ἐμεῖς ἐδῶ στὸ λόγγο, ξέρω πὼς δὲν θὰ θελήσεις νὰ τὸ δοκιμάσεις. Κι ἀφοῦ δειπνήσεις μπορεῖς νὰ πέσεις σ' ἕνα ἀπὸ τοῦτα τὰ στρωσίδια νὰ κοιμηθεῖς. Μὴ φοβᾶσαι, ἂν σὲ πάρει ὁ ὕπνος κι ἀποκοιμηθεῖς, ἐγὼ ποὺ θὰ ξενυχτίσω δίπλα στὴ φωτιά, θὰ σὲ ξυπνήσω γιὰ νὰ δεῖς αὐτὸ ποὺ περιμένεις κι ἔκανες τόσο δρόμο γιὰ νὰ τὸ συναντήσεις.

Ὁ ἀββᾶς ἄκουσε τὴν κλεφτομάνα κι ἔβαλε κάτω τὸ δισάκι του. Μὰ ἦταν τόσο κουρασμένος ποὺ δὲν ἔβαλε μπουκιὰ στὸ στόμα του. Κι ὅπως ἔγειρε καὶ τέντωσε τὰ πόδια του νὰ ξεμουδιάσει καὶ νὰ ξεκουραστεῖ, τὸν πῆρε ὁ ὕπνος ἀμέσως. Ξάπλωσε καὶ ὁ ὑποτακτικός, μὰ ποῦ νὰ κοιμηθεῖ! Παραφύλαγε μὴν ξυπνήσει ὁ κλεφτοπατέρας καὶ κάνει κακὸ στὸ γέροντά του. Ἡ κούραση ὅμως στὸ τέλος τὸν κυρίεψε καὶ ἀποκοιμήθηκε κι αὐτός. Ὅταν ξύπνησε διαπίστωσε πὼς ὁ ἀββᾶς, ὀλιγόυπνος καθὼς ἦταν, εῖχε ξυπνήσει. Καθόταν στὴ φωτιὰ καὶ κουβέντιαζε μὲ τὴ μάνα. Στὴ φωτιά, λίγο πιὸ μακριά, καθόταν καὶ ὁ ἀφορισμένος κλέφτης, ἕνας ψηλός, ξερακιανὸς ἄντρας, ποὺ φαινόταν κουρασμένος καὶ ἀνόρεχτος. Εἶχε γυρίσει τὴ ράχη του στὸν ἀββᾶ σὰν νὰ ἤθελε νὰ δείξει ὅτι δὲν παρακολουθοῦσε τὴν κουβέντα τους. Ὁ γέροντας διηγόταν στὴν κλεφτομάνα τὶς χριστουγεννιάτικες ἑτοιμασίες ποὺ εἶχε δεῖ στὸ δρόμο καὶ τῆς θύμιζε ἔτσι τὶς συντροφιὲς καὶ τὰ παιχνίδια ποὺ εἶχε ζήσει κι αὐτὴ στὰ παιδικά της χρόνια, σὰν ζοῦσε εἰρηνικὰ μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους.

-Εἶναι κρῖμα, τῆς ἔλεγε, γιὰ τὰ παιδιά σας, ποὺ ποτὲ δὲν θὰ μπορέσουν κι αὐτὰ νὰ βγοῦν μὲ τὰ γιορτινά τους στοὺς δρόμους τοῦ χωριοῦ νὰ χορέψουν καὶ νὰ κυλιστοῦν σὰν τ' ἄλλα τὰ μικρὰ στὸ σανὸ τῶν Χριστουγέννων.

Στὴν ἀρχὴ ἐκείνη ἀπαντοῦσε ἀντιδραστικὰ καὶ μονολεκτικά. Μὰ σιγὰ σιγὰ μαλάκωσε ἀπὸ τὴ γλυκύτητα τοῦ μοναχοῦ, κι ἄρχισε νὰ ἀκούει μ' ἐνδιαφέρον. Ἔξαφνα ὅμως, γύρισε ὁ κλεφτοπατέρας καὶ μὲ σηκωμένη τὴ γροθιὰ στὸ ὕψος τοῦ προσώπου τοῦ εἶπε:

- Γι' αὐτό μοῦ κουβαλήθηκες ἐδῶ παλιοκαλόγερε; Γιὰ νὰ μοῦ ξελογιάσεις τὴ γυναῖκα καὶ τὰ παιδιά μου; Δὲν τὸ ξέρεις δηλαδὴ ὅτι ἐμένα μὲ ἔχουν ἀφορίσει καὶ δὲν μπορῶ νὰ ξεμυτίσω ἀπὸ τὸ δάσος; Ὁ γέροντας τὸν κοίταξε ἄφοβα.

-Ἐγὼ ἔχω σκοπὸ νὰ σὲ λύσω ἀπὸ τὸν ἀφορισμὸ καὶ νὰ σοῦ φέρω συχωροχάρτι ἀπὸ τὸ Δεσπότη. Πρὶν ἀποτελειώσει τὸ λόγο του κι οἱ δυό τους ἔβαλαν τὰ γέλια. Ἤξεραν δὰ τί ἐπιείκια μποροῦσε ἕνας ληστὴς νὰ περιμένει ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Ἀβεσσαλώμ.

Ὁ ἄντρας γύρισε στὸν ἀββᾶ:

-Πάει καλά. Ἄν μοῦ δώσει συχωροχάρτι ὁ Ἀβεσσαλώμ, σοῦ δίνω τὸ λόγο μου κι ἐγὼ πὼς δὲν θὰ ξανακλέψω στὴ ζωή μου μήτε χῆνα.

Ὁ ὑποταχτικὸς φούντωνε ἀπὸ θυμὸ βλέποντας τὴν κλεφτοφαμελιὰ νὰ γελάει κατάμουτρα στὸ γέροντά του κι ἐκεῖνος νὰ μὴν ταράζεται, ἀλλὰ νὰ χαμογελάει κι ὅλας εὐχαριστημένος. Οὔτε στὸ μοναστῆρι δὲν τὸν εἶχε δεῖ νὰ κάθεται νὰ κουβεντιάζει τόσο εὐτυχισμένα καὶ γλυκομίλητα μὲ τοὺς καλόγερους, ὅσο μ' αὐτοὺς τοὺς κλέφτες καὶ ἀγριάνθρωπους.

Ἔξαφνα ὅμως σηκώθηκε ἡ κλεφτομάνα:

- Τὸ στρώσαμε στὴν κουβέντα ἀββᾶ Χὰνς καὶ ξεχάσαμε γιατί ἦρθες. Ἐγὼ τὶς ἀκούω κι ὅλας τὶς καμπάνες νὰ χτυποῦν.

Σ' αὐτὰ τὰ λόγια πετάχτηκαν ὅλοι καὶ βγῆκαν ἔξω. Στὸ δάσος ὅμως ἦταν ἀκόμα νύχτα τρισκότεινη καὶ παγωνιά. Τὸ μόνο ποὺ ἄκουγες ἦταν ὁ ἀπόμακρος ἦχος μιᾶς καμπάνας ποὺ ἔφερνε ἕνας ἀδύνατος νότιος ἄνεμος. «Θὰ μπορέσει ἄραγε ὁ ἦχος μιᾶς χριστουγεννιάτικης καμπάνας νὰ ξυπνήσει τὸ πεθαμένο δάσος;» ἀναρωτιόταν μέσα του ὁ γερὸ-Χάνς. Γιατί τώρα, καθὼς στεκόταν μέσα στὸ βαθὺ χειμωνιάτικο σκοτάδι, τοῦ φαινόταν τόσο δύσκολο νὰ βρεθεῖ ἐκεῖ ἕνας κῆπος.

Οἱ καμπάνες χτυποῦσαν ἀκόμα, ὅταν ἄρχισε ξαφνικὰ ν' ἀραιώνει τὸ σκοτάδι. Τὸ δάσος φωτιζόταν σὰν νὰ τὸ διαπερνοῦσε μιὰ φωτεινὴ ὁμίχλη. Τὸ σκοτάδι μεταβλήθηκε σὲ ρόδινη χαραυγή. Τότε εἶδε ὁ ἀββᾶς πὼς χάθηκε τὸ χιόνι σὰν ἕνα χαλὶ ποὺ κάποιος τὸ τράβηξε καὶ τὸ τύλιξε. Ἡ γῆ ἄρχισε νὰ πρασινίζει. Ἡ φτέρη πέταξε τὰ στριμμένα της βλαστάρια σὰν τὶς δεσποτικὲς πατερίτσες. Τὰ ρείκια πάνω στὶς πλαγιὲς καὶ τὰ μυρώνια μέσα στὰ μούσκλα ριζωμένα ντύνονταν γρήγορα μὲ καινούργια πρασινάδα. Τὸ στρῶμα τῶν μούσκλων φούσκωνε καὶ ψήλωνε καὶ τ' ἀνοιξιάτικα λουλουδάκια πέταξαν μπουμπούκια, ποὺ χάραζαν κι ὅλας μιὰ χρωματιστὴ γραμμοῦλα. Ἡ καρδιὰ τοῦ ἀββᾶ Χὰνς εἶχε ἀρχίσει νὰ χτυπάει δυνατὰ μὲ τὰ πρῶτα σημάδια τοῦ ξυπνήματος τοῦ δάσους. «Θ' ἀξιωθῶ ἐγώ, ἕνας γέρος κι ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος, νὰ δῶ τέτοιο θαῦμα;» σκεφτόταν. Καὶ τὰ μάτια του γέμιζαν κι ὅλας δάκρυα. Τὸ φῶς ἐρχόταν σὲ κύματα, ὅλο καὶ πιὸ λαμπρά. Κι ἔφερνε μαζί του κελαρύσματα ποταμιῶν καὶ βουητὸ ἀπὸ καταρράχτες. Τὰ δέντρα ἔβγαλαν φύλλα τόσο γρήγορα, σὰν ἕνα σμῆνος πράσινες πεταλοῦδες νὰ κάθισαν πάνω τους. Μὰ δὲν ἦταν μόνο τα φυτὰ ποὺ ξύπνησαν, μὰ καὶ τὰ σπουργίτια ἄρχισαν νὰ πηδοῦν ἀπὸ κλαδὶ σὲ κλαδὶ βγάζοντας χαρούμενες φωνίτσες, καὶ οἱ δρυοκολάπτες χτυποῦσαν τόσο δυνατά τους κορμοὺς τῶν δέντρων, ποὺ πετάγονταν τὰ πελεκούδια γύρω τους. Ἕνα κοπάδι ψαρόνια ἔκατσε σ' ἕνα ἔλατο νὰ ξεκουραστεῖ. Θαυμαστὰ ψαρόνια. Τὸ κάθε πούπουλό τους τέλειωνε σὲ καθαρὸ χρυσογάλαζο χρῶμα. Καὶ σὲ κάθε σάλεμά τους λαμποκοποῦσαν οἱ ἄκρες σὰν διαμαντόπετρες. Τὸ φῶς χαμήλωσε πάλι, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἔλθει ἕνα καινούργιο κῦμα. Ἕνας δυνατὸς ζεστὸς νότιος ἄνεμος φύσηξε σκορπώντας στὰ διάσελα καὶ τὰ λιβάδια τοὺς σπόρους ποὺ ἔφερναν ἀπὸ τὶς νότιες χῶρες τὰ διαβατάρικα πουλιὰ κι οἱ ἄνεμοι, καὶ ἀπὸ τὸ κρύο δὲν μποροῦσαν αὐτοὶ νὰ πιάσουν καὶ νὰ φυτρώσουν. Τώρα ρίζωναν στὴ στιγμή, μόλις ἄγγιζαν τὴ γῆ καὶ πέταγαν βλαστούς. Σὰν ἔφτασε κι ἄλλο φωτεινὸ κῦμα μὲ ὁρμή, ἄνθισαν οἱ μυρτιὲς καὶ οἱ ἀγριοτριανταφυλλιές. Ἀκουγόταν τὸ δυνατὸ πέταγμα τῶν ἀγριόχηνων καὶ τῶν τρυγονιῶν ψηλὰ στὸν ἀέρα. Οἱ σπίνοι ἔχτιζαν τὶς φωλιές τους καὶ οἱ νιογέννητες βερβερίτσες χοροπηδοῦσαν κι ὄλας στὰ κλαδιά. Ὅλα ἄρχισαν τώρα νὰ μεταμορφώνονται τόσο γρήγορα, ποὺ ὁ ἀββᾶς Χὰνς δὲν εἶχε καιρὸ οὔτε νὰ καλοσυλλογιστεῖ τί μεγάλο θαῦμα ἔβλεπε μπροστά του νὰ συντελεῖται. Τὸ νέο φωτεινὸ κῦμα ποὺ ἦρθε ὁρμητικό, ἔφερε μαζί του τὴ μυρωδιὰ φρεσκοοργωμένων χωραφιῶν. Ἀκούγονταν ἀπὸ μακριὰ οἱ γελαδάρισσες νὰ χουγιάζουν τὶς ἀγελάδες τους, κι ἔφθανε ὁ ἀπόμακρος ἦχος ἀπὸ τὰ τροκάνια τῶν προβάτων. Ἔλατα καὶ πεῦκα στολίστηκαν μὲ μικρὰ κόκκινα κουκουνάρια τόσο πυκνά, ποὺ φάνταζαν ἀπὸ μακριὰ πορφυρά. Τὰ βένια γέμιζαν καρπὸ ἀπὸ τὴ μιὰ στιγμὴ στὴν ἄλλη καὶ τ' ἀγριολούλουδα σκέπασαν ὁλότελα τὸ χῶμα μ' ἕνα πολύχρωμο χαλί. Ὁ ἀββᾶς ἔσκυψε κι ἔκοψε ἕνα λουλοῦδι ἀπὸ μιὰ ἀγριοφράουλα. Ὥσπου ν' ἀνασηκωθεῖ, ὁ καρπὸς εἶχε κιόλας ὡριμάσει.

Ἡ ἀλεποῦ βγῆκε ἀπὸ τὴν ἀλεπότρυπά της μ' ἕνα κοπάδι μαυροπόδαρα ἀλεπουδάκια. Πλησίασε τὴν κλεφτομάνα καὶ τρίφτηκε στὰ πόδια της σὰν γάτα· ἐκείνη ἔσκυψε καὶ χάιδεψε τὰ κουταβάκια της. Ἡ κουκουβάγια ποὺ εἶχε πάλι βγεῖ μὲ τὸ σκοτάδι στὸ κυνῆγι, γύρισε βιαστικὴ καὶ θαμπωμένη ἀπὸ τὸ φῶς, βρῆκε τὸ κλαδὶ τῆς ἀνάμεσα στὰ φυλλώματα καὶ κούρνιασε νὰ κοιμηθεῖ. Ὁ κοῦκος χαιρέτιζε τὴν ἄνοιξη μονότονα καὶ ἡ κούκισσα ἔφερνε γύρω τὶς φωλιὲς τῶν μικρῶν πουλιῶν μὲ τὸ αὐγὸ στὸ στόμα ψάχνοντας ποῦ νὰ τ' ἀφήσει. Τὰ παιδιὰ τῆς κλεφτομάνας τιτίβιζαν κι αὐτὰ ἀπ' τὴ χαρά τους, ἔτρωγαν βατόμουρα, σμέρτα κι ἀγριοφράουλες, ὅσο πιὸ πολλὰ μποροῦσαν. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ ἔπαιζε μὲ δυὸ τρία λαγουδάκια, ἕνα ἄλλο παράβγαινε στὸ τρέξιμο μὲ κάτι κορακόπουλα ποὺ μόλις εἶχαν φτερακίσει ἀπὸ τὴ φωλιά τους κι ἕνα τρίτο τύλιγε παίζοντας μίαν ὀχιὰ στὸ μπράτσο του καὶ στὸ λαιμό του. Βγῆκε κι ὁ κλεφτοπατὲρας στὸ χορτάρι κι ἔτρωγε βατόμουρα κι αὐτός. Μιὰ ἀρκοῦδα πέρασε ἀργὰ ἀπὸ κοντά του, κι ἐκεῖνος τὴν ἄγγιξε μ' ἕνα κλαράκι λυγαριᾶς καὶ τῆς ψιθύρισε:

- Ἐδῶ εἶναι τὸ δικό μου περιβόλι. Ἐκείνη τὸν κοίταξε καὶ τράβηξε γι᾿ ἀλλοῦ ἥσυχα. Τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο ἔφθαναν κύματα ζέστης καὶ φωτὸς φέρνοντας ὅλα τα γονιμοποιὰ στοιχεῖα τοῦ δάσους. Κίτρινη γύρη ἀπὸ τὰ σπαρμένα μὲ σίκαλη χωράφια γέμισε τὸν ἀέρα. Πεταλοῦδες τόσο μεγάλες ποὺ ἔμοιαζαν μὲ πετούμενα κρίνα. Ἡ κερήθρα τῶν μελισσῶν στὴν κουφάλα μιᾶς ἀριᾶς ξεχείλιζε ἀπὸ μέλι καὶ χυνόταν ἀπὸ τὸν κορμὸ στὸ χῶμα. Τώρα; Ἄρχισαν ν' ἀνοίγουν καὶ τὰ ξενικὰ λουλούδια. Τὰ πιὸ ὄμορφα τριαντάφυλλα σκαρφάλωναν στοὺς βράχους παραβγαίνοντας μὲ τὰ βάτα καὶ τὶς ἀγριοτριανταφυλλιές. Καὶ μέσα ἀπὸ τὸ βάλτο ξεπρόβαλαν ἄνθη σὰν τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο. Τότε ὁ ἀββᾶς θυμήθηκε τὸ λουλοῦδι ποὺ εἶχε ὑποσχεθεῖ στὸν ἀρχιεπίσκοπο Ἀβεσσαλώμ. Ἀλλὰ δὲν μποροῦσε νὰ διαλέξει. Κάθε ἄνθος ποὺ ἄνοιγε ἦταν ὡραιότερο ἀπὸ τὸ ἄλλο κι ἐκεῖνος ἤθελε νὰ διαλέξει τὸ καλύτερο.

 Τα φωτεινὰ κύματα συνέχιζαν νὰ καταφθάνουν κι ὁ ἀέρας σπιθοβολοῦσε ἀπὸ τὸ ἐκθαμβωτικὸ φῶς. Ἡ χάρη, ἡ ὀμορφιὰ καὶ ἡ εὐτυχία τοῦ καλοκαιριοῦ τύλιγαν τὸν ἁπλὸ γέροντα. Καὶ περίμενε τὸ ἑπόμενο κῦμα μὲ χτυποκάρδι συγκίνησης, χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ φαντασθεῖ τί θὰ ἔφερνε, μὰ δὲν μποροῦσε καὶ νὰ φαντασθεῖ ἄλλη μεγαλύτερη χαρὰ ἀπὸ αὐτὴν ποὺ ἔνιωθε ν' ἁπλώνεται γύρω του. Τὸ φῶς ὅμως ἐξακολουθοῦσε νὰ ἔρχεται ἀσταμάτητο κι ὁρμητικό, κι ὁ ἀββᾶς ἔνιωσε σὲ μιὰ στιγμὴ πὼς ἔφερνε μαζί του κάτι ἀπὸ ἄλλο κόσμο. Μιὰ ἀπόκοσμη αἴσθηση τὸν τύλιξε, κι ἄρχισε τρέμοντας νὰ περιμένει, πὼς μετὰ τὴν πλημμύρα τῆς χαρᾶς στὴ γῆ, θὰ ἐρχόταν καὶ ἡ χαρὰ τ' οὐρανοῦ.

Παρατήρησε τώρα, πὼς ὅλα ἡσύχασαν. Τὰ πουλιὰ σώπασαν,τὰ ἀλεπουδάκια δὲν ἔπαιζαν πιά, καὶ τὰ λουλούδια σταμάτησαν ν' ἀνοίγουν. Ἡ χαρὰ μὲ τὴ γλυκύτητα ἦταν τέτοια, ποὺ καὶ ἡ καρδιὰ ἤθελε νὰ σταματήσει. Δάκρυα γέμιζαν τὰ μάτια καὶ ἡ ψυχὴ νοσταλγοῦσε νὰ πετάξει στὴν αἰωνιότητα. Μακριὰ πολὺ μακριὰ τόνοι ἀνάλαφροι ἅρπας ἀκούστηκαν, κι ἕνα ἀπόκοσμο τραγοῦδι ἁπλωνόταν σὰν ἁπαλότατο ψιθύρισμα. Ὁ ἀββᾶς Χὰνς γονάτισε, τὸ πρόσωπό του φεγγοβολοῦσε ἀπὸ μακαριότητα. Ποτὲ δὲν εἶχε βάλει μὲ τὸ νοῦ του, ὅτι θ' ἀξιωνόταν ἀπὸ τούτη τὴ ζωὴ ν' ἀπολαύσει τὴ χαρὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ν' ἀκούσει τοὺς ἀγγέλους νὰ ὑμνοῦν τὰ Χριστούγεννα.

Κοντά του ἦταν ὁ ὑποταχτικός του τόση ὥρα. Ἀπὸ τὸ μυαλό του περνοῦσαν σκοτεινὲς σκέψεις. «Αὐτὸ δὲν μπορεῖ μὲ τίποτα νὰ εἶναι ἀληθινὸ θαῦμα, ἀφοῦ φανερώνεται σὲ κακοὺς καὶ ἁμαρτωλοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὸ εἶναι σταλμὲνο ἀπὸ τὴν πονηρία τοῦ διαβόλου. Αὐτὴ μᾶς μάγεψε καὶ μᾶς κάνει νὰ βλέπουμε φαντασίες ποὺ δὲν ὑπάρχουν». Τώρα  ἔρχονταν ὡς τ' αὐτιά τους καθαρὰ ἦχοι ἀπὸ ἅρπες καὶ ἀγγελικοὶ ὕμνοι. Ὁ ὑποταχτικὸς ὅμως ἤθελε καὶ καλὰ νὰ εἶναι τὰ πνεύματα τῆς κόλασης ποὺ ζύγωναν. Καὶ στενάζοντας ψιθύρισε: «Ἄχ, θέλουν νὰ μᾶς πλανέψουν καὶ νὰ μᾶς πάρουν μαζί τους. Δὲν θὰ τὴ γλυτώσουμε, θὰ μᾶς πάρουν τὰ λογικά μας». Οἱ ἄγγελοι ἔφτασαν κοντά τους, καὶ ὁ γέροντας τοὺς ἔβλεπε σὰν φωτεινὸ νέφος νὰ περνοῦν ἀνάμεσα στὰ δέντρα. Τοὺς ἔβλεπε καὶ ὁ ὑποταχτικός, ἀλλὰ μέσα στὸ φόβο του σκεφτόταν, τί ἐνέργεια τοῦ διαβόλου ἦταν ὅλες αὐτὲς οἱ μαγεῖες τὴ νύχτα ποὺ γεννήθηκε ὁ Σωτῆρας, γιὰ νὰ τρελάνουν πιὸ σίγουρα τους δυστυχισμένους τοὺς ἀνθρώπους.

 Ὅλη αὐτὴ τὴν ὥρα τὰ πουλιὰ φτερούγιζαν γύρω ἀπὸ τὸν ἀββᾶ καὶ τὸν ἄφηναν νὰ τὰ πιάνει καὶ νὰ τὰ χαϊδεύει. Τὸν μικρὸ καλόγερο ὅμως τὸν φοβόντουσαν. Κανένα πουλὶ δὲν κάθισε στὸν ὦμο του καὶ κανένα φίδι δὲν ἦρθε νὰ παίξει στὰ πόδια του. Μόνο ἕνα ἀγριοπερίστερο, σὰν εἶδε κοντά του τοὺς ἀγγέλους, πῆρε θάρρος καὶ πέταξε, στάθηκε στὸν ὦμο του κι ἀκούμπησε τὸ κεφαλάκι του στὸ μάγουλό του. Μὰ τοῦ ὑποταχτικοῦ του φάνηκε πὼς ὁ ἴδιος ὁ τρισκατάρατος τὸν ἄγγιξε γιὰ νὰ τὸν βάλει σὲ πειρασμὸ καὶ νὰ τὸν πλανέψει. Ἔδωσε μιὰ λοιπὸν στὸ περιστεράκι μὲ τὸ χέρι του καὶ φώναξε τόσο δυνατὰ ποὺ ἀντιλάλησε τὸ δάσος:

- Ἄει στὴν κόλαση ἀπὸ ὅπου ἦρθες.

Ἐκείνη ἀκριβῶς τὴ στιγμὴ ὁ ἀββᾶς ἔνιωθε τὸν ἀέρα ποὺ παλλόταν ἀπὸ τὶς μεγάλες φτεροῦγες τῶν ἀγγέλων, κι ἔσκυψε ὡς κάτω νὰ τοὺς προσκυνήσει. Τὰ λόγια ὅμως τοῦ ὑποταχτικοῦ σταμάτησαν ἀπότομα τὴ μελωδία. Ἀπομακρύνθηκαν ἀμέσως κι ἔφυγαν. Μαζί τους τώρα ἔφευγε τὸ φῶς καὶ ἡ θερμότητα, διωγμένα ἀπὸ τὸ σκοτάδι ποὺ ἔκρυβε καὶ μιὰ μόνο ἀνθρώπινη καρδιά. Ἡ παγωμένη νύχτα κυρίεψε τὸ δάσος, τὰ λουλούδια μαράθηκαν, τὰ ζῶα ἔφευγαν τρομαγμένα, βουβάθηκε τὸ κελάρυσμα τῶν νερῶν καὶ τὰ φύλλα ἔπεφταν ἀπὸ τὰ δέντρα πυκνὰ σὰν βροχή.

Ὁ ἀββᾶς Χὰνς ἔνιωσε τὴν καρδιά του, ποὺ πρὶν ἕνα λεπτὸ ξεχείλιζε ἀπὸ ὑπερκόσμια εὐτυχία, νὰ σφίγγεται ἀπὸ ἀβάσταχτο πόνο. «Νὰ ἔλθουν οἱ ἄγγελοι τόσο κοντά μας, νὰ εὐδοκήσουν νὰ ἀκούσουμε τοὺς ὕμνους τους στὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ, κι ἐμεῖς νὰ τοὺς διώξουμε ἀπὸ κοντά μας; Δὲν θὰ μπορέσω νὰ ζήσω ὕστερα ἀπὸ αὐτό». Τὴν ἴδια στιγμὴ θυμήθηκε τὸ λουλοῦδι ποὺ εἶχε ὑποσχεθεῖ στὸν Ἀρχιεπίσκοπο. Μὲ ἀγωνία ἔσκυψε νὰ ψάξει ἀνάμεσα στὰ πεσμένα φύλλα καὶ στὰ κλαδιὰ μήπως προφθάσει νὰ κόψει ἕνα τὸ ὕστατο λεπτό. Μόνο ὅμως παγωμένο χῶμα ἄγγιζαν τὰ δάχτυλά του καὶ τὸ ἄσπρο χιόνι ποὺ ξανασκέπαζε τὴ γῆ. Σπάραξε τότε ἡ καρδιὰ τοῦ πιστοῦ γέροντα καὶ δὲν μπόρεσε νὰ ξανασηκωθεῖ· σωριάστηκε κι ἔμεινε ἐκεῖ.

Ὅταν τὸ κλεφτασκέρι καὶ ὁ ὑποταχτικὸς ψάχνοντας μέσα σ' ἐκεῖνο τὸ σκοτάδι, πολὺ βαθύτερο τώρα, μπόρεσαν νὰ φτάσουν στὴ σπηλιά, διαπίστωσαν πὼς ἔλειπε ὁ ἀββᾶς. Πῆραν τότε μεγάλα ἀναμμένα δαδιὰ καὶ βγῆκαν νὰ τὸν ψάξουν. Τὸν βρῆκαν ξαπλωμένο καὶ ἀκίνητο πάνω στὸ χιόνι. Ἡ ψυχή του εἶχε ἀκολουθήσει τοὺς ἀγγέλους. Ὁ ὑποταχτικός του γονάτισε κι ἄρχισε νὰ κλαίει σπαραχτικά. Κατάλαβε ἐκείνη τὴ στιγμή, ὅτι αὐτὸς εἶχε σκοτώσει τὸ γέροντά του, γιατί τοῦ πῆρε ἀπὸ τὰ χείλη τὸ ποτῆρι τῆς θείας χαρᾶς ποὺ θὰ ἔσβηνε τὴ δίψα τῆς καρδιᾶς του.

Τὸ πρωὶ μετέφεραν τὸν ἡγούμενο στὴ μονή του. Ἐκεῖνοι ποὺ ἔπιασαν νὰ ἑτοιμάσουν τὸ σῶμα του γιὰ τὴν ταφή, εἶδαν τὰ δάχτυλα τοῦ δεξιοῦ χεριοῦ του σφιγμένα γύρω ἀπὸ κάτι. Σὰν κατόρθωσαν νὰ τ' ἀνοίξουν, βρῆκαν δυὸ τρεῖς ἄσπρες ριζοῦλες, ποὺ εἶχε ξεριζώσει σίγουρα τὴν τελευταία στιγμὴ πρὶν χαθεῖ τὸ θαῦμα τῶν Χριστουγέννων. Ὁ ὑποταχτικὸς τὶς εἶδε καὶ τὶς ἅρπαξε σὰν θησαυρὸ. Τὶς φύτεψε στὸν κῆπο τοῦ ἀββᾶ καὶ τὶς περιποιόταν ὅλο το χρόνο μ' ἐλπίδα. Πέρασε ὅμως ἡ ἄνοιξη χωρὶς νὰ βγάλουν λουλοῦδι, πέρασε καὶ τὸ καλοκαῖρι ἄντε καὶ τὸ φθινόπωρο. Ὅταν πιὰ μπῆκε ὁ χειμῶνας μὲ τὰ κρύα του, ποὺ δὲν ἀφήνει κανένα λουλοῦδι ζωντανὸ σ' αὐτὰ τὰ μέρη, τὶς παράτησε καὶ σχεδὸν τὶς ξέχασε. Τὴ βραδιὰ ὅμως τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων, ξαναγύρισε μέσα του ἡ θύμηση τοῦ γέροντά του τόσο δυνατή, ποὺ βγῆκε ἔξω στὸ περιβόλι νὰ κλάψει μὲ τὴν ἡσυχία του. Καθὼς περνοῦσε ἀπὸ τὴ θέση ὅπου εἶχε φυτέψει τὶς ξυλιασμένες ριζοῦλες, στάθηκε ἀπότομα. Πράσινα βλαστάρια εἶχαν φυτρώσει καὶ πάνω τους στέκονταν τὰ πιὸ ὄμορφα τριαντάφυλλα, ἄσπρα καὶ γυαλιστερὰ σὰν ἀσημένια. Μὲ ἀκράτητη χαρὰ ἔτρεξε καὶ φώναξε τοὺς ἀδελφούς του. Ὅλοι θαύμασαν τὸ φυτὸ ποὺ ἄνθισε ἀκριβῶς τὴ βραδιά τῶν Χριστουγέννων, ὅπου ὅλα τὰ ἄλλα φυτὰ ἦταν πεθαμένα. Κανεὶς δὲν ἀμφέβαλε πὼς ἦταν οἱ δυὸ ρίζες ποὺ ὁ γέροντάς τους πρόφθασε νὰ βγάλει τὴν ὕστατη στιγμὴ στὸ δάσος τοῦ Γέιγγε. Ὁ ὑποταχτικὸς ζήτησε τὴν ἄδεια νὰ κόψει μερικὰ καὶ νὰ τὰ πάει στὸν ἀρχιεπίσκοπο Ἀβεσσαλώμ. Παρουσιάστηκε μπροστά του καὶ τοῦ πρόσφερε τὰ λουλούδια λέγοντας:

- Αὐτὰ σοῦ τὰ στέλνει ὁ ἀββᾶς Χάνς. Εἶναι τὰ λουλούδια ποὺ ὑποσχέθηκε νὰ σοῦ κόψει ἀπὸ τὸν χριστουγεννιάτικο κῆπο τοῦ δάσους τοῦ Γέιγγε.

Ὁ Δεσπότης, ὅταν εἶδε τὰ δροσερὰ τριαντάφυλλα ποὺ εἶχαν ἀνθίσει μέσα στὸ καταχείμωνο, χλώμιασε σὰν νὰ εἶδε μπρός του φάντασμα, κι ἔμεινε ἀμίλητος πολλὴ ὥρα. Τέλος εἶπε:

-Ὁ ἀββᾶς Χὰνς κράτησε τὸ λόγο του, θὰ κρατήσω κι ἐγὼ τὸ δικό μου.

Εἶπε στὸν ἀρχιγραμματέα του νὰ ἑτοιμάσει τὸ ἔγγραφο τῆς ἄρσης τοῦ ἀφορισμοῦ καὶ τὸ ἔδωσε στὸν μετανιωμένο ὑποταχτικό. Ἐκεῖνος δὲν ἔχασε καιρό.

 Καβάλησε τὸ ἄλογό του καὶ τράβηξε γιὰ τὸ δάσος τοῦ Γέιγγε. Βρῆκε τὴν κλεφτοσπηλιά. Ἡ πόρτα ἀνάμεσα στοὺς βράχους ἦταν ἀνοιχτὴ καὶ ἡ φωτιὰ ἔφεγγε ἀπὸ μέσα ὅπως καὶ τότε. Ἀλλὰ μόλις ξεπέζεψε ἀπὸ τὸ ἄλογο, χύθηκε κατὰ πάνω του ὁ κλέφτης μὲ σηκωμένο τὸν μπαλτὰ οὐρλιάζοντας:

Θὰ σᾶς πελεκήσω ὅλους παλιοκαλόγεροι. Ἐσεῖς φταῖτε ποὺ δὲν ἔρχεται τὸ φῶς στὸ δάσος φέτος, νὰ κάνουμε κι ἐμεῖς Χριστούγεννα.

Ἐγὼ καὶ μόνο ἐγὼ εἶμαι ἡ αἰτία ποὺ δὲν γίνεται τὸ θαῦμα, κι εὐχαρίστως θὰ πληρώσω τὸ κρῖμα μου μὲ τὴ ζωή μου. Στάσου ὅμως, πρέπει πρῶτα νὰ σοῦ δώσω ἕνα γράμμα ἀπὸ τὸν ἀββᾶ Χάνς.

Ἔβγαλε ἀπὸ τὴ μέσα τσέπη τοῦ ράσου του τὸ ἔγγραφο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, κι ἐξήγησε στὸν κλέφτη πὼς λύθηκε ὁ ἀφορισμὸς καὶ ἀπὸ δῶ καὶ πέρα μπορεῖ νὰ κυκλοφορεῖ ἐλεύθερα κι αὐτὸς καὶ τὰ παιδιά του.

- Θὰ μπορεῖτε καὶ σεῖς νὰ παίζετε πάνω στὸ χριστουγεννιάτικο σανὸ ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι χριστιανοί, ὅπως τὸ ἐπιθυμοῦσε γιὰ σᾶς καὶ ὁ ἀββᾶς Χάνς.

Ὁ κλέφτης στάθηκε ἀσάλευτος καὶ χλώμιασε. Πῆρε ὅμως τὸ λόγο ἡ γυναῖκα του:

-Ἀφοῦ ὁ ἀββᾶς κράτησε τὸ λόγο του, θὰ κρατήσει καὶ ὁ κλεφτοπατέρας τὸ δικό του.

Ἡ κλεφτοοικογένεια κατέβηκε πραγματικὰ στὸ χωριό, ἔδειξαν τὸ χαρτὶ τοῦ Δεσπότη σὲ ὅλους κι ἔζησαν τίμια ἀπὸ τότε. Μὰ ἡ κλεφτοσπηλιὰ δὲν ἔμεινε ἔρημη. Πῆγε κι ἐκάθισε ἐκεῖ ὁ ὑποταχτικὸς κι ἔζησε ἀπὸ τότε μὲ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ τὴ μετάνοια. Παρακαλοῦσε νύχτα μέρα νὰ τοῦ συχωρεθεῖ τὸ κρῖμα τῆς σκληρῆς καὶ ἄπιστης καρδιᾶς του.

Τὸ δάσος τοῦ Γέιγγε δὲν ξαναγιὸρτασε ἀπὸ τότε τὰ θαυμαστὰ Χριστούγεννα, κι ἀπ' ὅλα τὰ στολίδια ἐκείνης τῆς φωτεινῆς νύχτας ἔζησε μονάχα τὸ μικρὸ φυτὸ μὲ τὰ καταπράσινα βλαστάρια καὶ τὰ λευκὰ λουλούδια, ποὺ ἔκοψε ὁ ἡγούμενος, ὁ ἀββᾶς Χάνς. Τὰ ὀνόμασαν χριστουγεννιάτικα τριαντάφυλλα. Ἀνοίγουν κάθε χρόνο τὰ Χριστούγεννα γιὰ νὰ μὴν μπορεῖ νὰ ξεχαστεῖ, πὼς κάποτε πρωτάνθισαν στὸν χριστουγεννιάτικο κῆπο τοῦ δάσους τοῦ Γέιγγε.


 

Σὰν ἐπίλογος

Ὁ Παπαδιαμάντης εἶχε πεῖ: «Τῷ ἐπ' ἐμοί, ἐν ὅσω ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρονῶ, δὲν θὰ παύσω πάντοτε... νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστό μου, νὰ περιγράφω μετ' ἔρωτος τὴν φύσιν καὶ νὰ ζωγραφῶ μετὰ στοργῆς τὰ γνήσια ἑλληνικὰ ἤθη...»

Τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ ἡ Σέλμα Λάργκελεφ, ἡ Σουηδὴ νομπελίστα συγγραφέας τοῦ 19ου αἰῶνα.

Οἱ δύο λίμνες στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα της τὴ Βέρμλαντ, ἡ Βένερ καὶ ἡ Βέτερ, ἔδωσαν ἕνα πλοῦτο ἀπὸ εἰκόνες στὰ πρῶτα της ὄνειρα καὶ ἔθρεψαν τὴ φαντασία της. Στὸ πατρικό της σπίτι κάτω ἀπὸ ψηλὰ αἰωνόβια δέντρα, ἔζησε μιὰ ἁπλὴ ζωή, ὅπου κυριαρχοῦσε ἡ πίστη στὸ Θεό, ὁ σεβασμὸς καὶ ἡ τρυφερότητα. Ἔγινε δασκάλα καὶ δούλεψε ἀρκετὰ χρόνια. Μιὰ πλούσια φίλη τῆς ἔδωσε τὴ δυνατότητα νὰ ζήσει μόνο γιὰ τὴν τέχνη καὶ νὰ ἀφήσει τὸ ποτάμι τῶν συναισθημάτων, τῶν βιωμάτων καὶ τῆς ἔμπνευσης νὰ ξεχυθεῖ καὶ νὰ μᾶς δώσει Τὸ θαυμαστὸ ταξίδι, Τὸν αὐτοκράτορα τῆς Πορτογαλίας, Τὸ Θρῦλο τοῦ Γκέστα Μπέρλιγκ, Τὴν Ἱερουσαλήμ, καὶ δεκάδες ἄλλα, ποὺ χαρακτηρίζονται ἀπὸ σπάνια εἰλικρίνεια, γνώση καὶ ἀγάπη τῆς πατρίδας της καὶ λυρισμό. Ὅλα αὐτὰ τὰ δίνει σ' ἕνα ἀπέριτο γράψιμο γεμάτο χάρη κι αἰσθαντικότητα.

Τὰ χριστουγεννιάτικα τριαντάφυλλα εἶναι ἕνα μικρὸ ἀριστούργημα. Σὰν τὸ τελειώνεις, δὲν μπορεῖς νὰ πεῖς γιατί σοῦ ἀφήνει τόση συγκίνηση. Ὁ θρῦλος ὑπάρχει σὰν ἀφορμή, ἀλλὰ ἡ δίψα τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ πίστη στὴ θεία εὐσπλαχνία εἶναι τῆς συγγραφέως, καὶ οἱ περιγραφὲς δείχνουν, ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν μιὰ ζωντανὴ παρουσία στὴ ζωή της.

  

 
< Προηγ.   Επόμ. >

Τα νέα μας

https://youtu.be/XWp5Z2EWsmw?t=1 ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ & ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΠΑ...
ΕΝΟΡΙΑΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ Τό προσκλ...
  ΘΕΙΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ ΜΗΝΟΣ AYΓΟΥΣΤΟΥ   1/8...
  ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΕΣ ΕΥΚΑΙΡΕΙΕΣ Ὄρθρος:       ...