Πνευματικά Κείμενα

Ὁ Θεός ἐποίησε ἀπό ἀγάπη τόν ἄνθρωπο "κατ' εἰκόνα Του - βραχύ τί παρ' Ἀγγέλοις - διπλανό Του - αὐτεξούσιον - ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν", μέ μιά σύνθεση πλήθους λειτουργιῶν, γνωστικές - συναισθηματικές, βουλητικές καί μιά δομή πού ἐνέχει πάντοτε τήν γνώση, τήν βούληση, τήν δράση - τή συμπεριφορά, πού προϋποθέτουν, πνεῦμα μαθητείας, βίωμα ἀγάπης καί συνέπεια ἄσκησης, ἀντιστοίχως.

Αὐτοῦ τοῦ ὑπεραγαθοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἐτίμησε τούς ἀνθρώπους, τὰ λογικὰ ὄντα, μὲ τὸ ἀνεκτίμητο δῶρο τοῦ "αὐτεξουσίου", ἄλλοτε εἴμεθα φίλοι Του καὶ γνήσιοι δοῦλοι Του, ἄλλοτε εἴμεθα ἀχρεῖοι δοῦλοι Του καὶ τελείως ἀποξενωμένοι ἀπ᾿ Αὐτόν, καί ὑπάρχουν τέλος κάποιες περιπτώσεις ποὺ συμπεριφερόμεθα ὡς ἐχθροί Του, καίτοι ὡς ἀνόητοι δέν ἀντιλαμβανόμεθα ὅτι εἴμεθα ἀδύνατοι καὶ ἀνίσχυροι.

Φίλοι κατ᾿ ἐξοχὴν τοῦ Θεοῦ θεωροῦνται οἱ ἀσώματες δυνάμεις τῶν ἀγγέλων.
Γνήσιοι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐκείνοι ποὺ ἐξετέλεσαν καὶ ἐκτελοῦν τὸ πανάγιο θέλημά Του ἀκούραστα καὶ χωρὶς καμμία παράλειψι.
Ἀχρεῖοι δοῦλοι ὀνομάζονται αὐτοί ποὺ ἀξιώθηκαν μὲν νὰ λάβουν τὸ ἅγιον Βάπτισμα, δὲν ἐφύλαξαν ὅμως γνήσια τὶς πρὸς τὸν Θεὸν ὑποσχέσεις τους.
Ξένοι καὶ ἐχθροί τοῦ Θεοῦ ἐννοοῦνται αὐτοί ποὺ εἴτε εἶναι ἀβάπτιστοι ἢ δὲν ἔχουν ὀρθὴ πίστι.
Ἀντίπαλοι τέλος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον ἀπέκρουσαν καὶ ἀπέρριψαν ἀπὸ τὴν ζωή τους τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ καὶ πολεμοῦν μὲ πάθος αὐτοὺς ποὺ τὸ τηροῦν, εἴτε μέ εἰρωνείες καί ἀπαξίωση, εἴτε ἀκόμη καί μέ ποικίλους διωγμούς.
Παράνομος εἶναι αὐτὸς ποὺ, ἐνῶ νομίζει ὅτι πιστεύει, μὲ τὴν κακή του σκέψη διαστρέφει τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ καὶ ἔχει ἐπιθυμίες καὶ ἀντιλήψεις ἀντίθετες πρὸς τὸν Θεόν.
Ἀσεβῆς ἄνθρωπος εἶναι μία ὕπαρξις λογικὴ ἡ ὁποία θεληματικὰ ἀποφεύγει τὴν ζωή, εἴτε διά τῆς αὐτοχειρίας ἐν ζωῇ εἴτε μέ τήν καύση μετά θάνατον καί αὐτό ἀποτελεῖ τήν ἀσυγχώρητη βλασφημία.
Θεοφιλὴς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀπολαμβάνει ὅλα τὰ φυσικὰ καὶ ἀναμάρτητα δῶρα τοῦ Θεοῦ, συγχρόνως ὅμως δὲν ἀμελεῖ, ὅσο μπορεῖ, νὰ ἐπιτελεῖ τὸ ἀγαθό.
Ἐγκρατὴς εἶναι αὐτὸς ποὺ ζῆ μέσα στοὺς πειρασμοὺς καὶ τὶς παγίδες καὶ τοὺς θορύβους τοῦ κόσμου καὶ ἀγωνίζεται μὲ ὅλη του τὴν δύναμι νὰ μιμηθῇ τὴν ζωὴ ἐκείνων ποὺ εἶναι ἀπηλλαγμένοι ἀπὸ διαβλητά πάθη.
Ἀληθινός χριστιανὸς εἶναι αὐτός πού εἶναι ἡ ἀπομίμησις τοῦ Χριστοῦ, ὅσο εἶναι δυνατὸν στὸν ἄνθρωπο, καὶ στὰ λόγια καὶ στὰ ἔργα καὶ στὴν σκέψι, καί πιστεύει ὀρθὰ καὶ ἀλάνθαστα στὴν Ἁγία Τριάδα.

"Ὁ Θεὸς εἶναι, γιὰ ὅλους ὅσους θέλουν, ζωὴ καὶ σωτηρία, βοηθός καί δωρεοδότης, τῶν πιστῶν καὶ τῶν ἀπίστων, καὶ τῶν δικαίων καὶ τῶν ἀδίκων, καὶ τῶν εὐσεβῶν καὶ τῶν ἀσεβῶν, καὶ τῶν ἀπαθῶν καὶ τῶν ἐμπαθῶν, καὶ τῶν σοφῶν καὶ τῶν ἀγραμμάτων, καὶ τῶν ὑγιῶν καὶ τῶν ἀσθενῶν, καὶ τῶν νέων καὶ τῶν ἡλικιωμένων.
Εἶναι κάτι παρόμοιο μὲ τὴν ἀκτινοβολία τοῦ φωτός, μὲ τὴν θέα τοῦ ἡλίου καὶ μὲ τὴν ἐναλλαγὴ τῶν ἐποχῶν (τὰ ὁποῖα προσφέρονται ἐξ ἴσου σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους). Καὶ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι διαφορετικά, διότι «δὲν ὑπάρχει προσωποληψία στὸν Θεὸν» (Ρωμ. Β´ 11)".

Ὅσοι θέλομε νὰ φύγωμε ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο (τά γήινα) καὶ νὰ ἐλευθερωθοῦμε ἀπὸ τὴν τυραννία τοῦ Φαραώ - τῆς ἁμαρτίας, ἔχομε ὁπωσδήποτε ἀνάγκη ἑνὸς Μωϋσέως, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι μεσίτης μας πρὸς τὸν Θεὸν καὶ ὁδηγός μας. Ἔτσι καθοδηγούμενοι ἀπὸ αὐτὸν θὰ ἐπιτύχωμε νὰ διαβοῦμε τὴν θάλασσα τῶν ἁμαρτημάτων καὶ θὰ κατατροπώσωμε τὸν Ἀμαλὴκ τῶν παθῶν. Ἐκεῖνοι δὲ ποὺ ἐστηρίχθηκαν στὶς ἰδικές τους δυνάμεις καὶ ἐνόμισαν πὼς δὲν ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ κανέναν ὁδηγό, ὁπωσδήποτε ἀπατήθηκαν.

Συνεχῆ προσπάθεια πρέπει νὰ ξέρουν ὅτι χρειάζεται ὅσοι ἐπιχειροῦν νὰ ἀνεβοῦν στὸν οὐρανό, "βιασταί ἁρπάζουσι τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ".
Μόχθος καὶ πολλὴ, ἀφανὴς, πικρία μᾶς περιμένουν, ἕως ὅτου κατορθώσουμε τὸν λαίμαργο καὶ «φιλομάκελλον κύνα», δηλαδὴ τὸν νοῦ μας, νὰ τὸν κάνουμε φίλο τῆς προσοχῆς καὶ τῆς καθαρότητος, μὲ τὴν βοήθεια τῆς ἁπλότητος, τῆς πολλῆς ἀοργησίας καὶ τῆς ἐπιμελείας. Ὅμως, ἂς ἔχωμε θάρρος καὶ ἂς ἐξομολογηθοῦμε στὸν Χριστὸν τὴν ἀσθένεια καὶ τὴν ἀδυναμία τῆς ψυχῆς μας. Ἔτσι θὰ λάβωμε ὁπωσδήποτε τὴν βοήθειά Του καὶ μάλιστα περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο τὸ ἀξίζουμε. Ἀρκεῖ μόνο νὰ βυθίζωμε συνεχῶς τὸν ἑαυτό μας στὸν βυθὸ τῆς ταπεινοφροσύνης.
Ὅταν ἡ ψυχὴ προδώση τὸν ἑαυτό της καὶ χάση τὴν μακαρία καὶ πολυπόθητη θέρμη ποὺ εἶχε στὴν ἀρχή, ἂς ἐρευνήση ἐπιμελῶς νὰ ἐξακριβώση ἀπὸ ποιὰ αἰτία τὴν ἐστερήθηκε, καὶ ἐναντίον αὐτῆς τῆς αἰτίας ἂς ἀναλάβῃ ὅλο τὸν πόλεμο καὶ τὸν ζῆλο της. Διότι δὲν ὑπάρχει ἄλλη θύρα ἀπὸ τὴν ὁποία νὰ ἐπιστρέψῃ ἡ θέρμη, παρὰ μόνο αὐτὴ ἀπὸ τὴν ὁποία ἔφυγε.

Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν ἂς τοὺς ἐπιτεθοῦμε μὲ ἀνδρεία. Διότι κανεὶς δὲν θέλει νὰ πολεμῆ ἐναντίον ἐκείνου ποὺ μάχεται μὲ ζῆλο.
Εἶναι ὁπωσδήποτε ὠφέλιμο τὸ ἀποφασιστικὸ καὶ ὁρμητικὸ ξεκίνημα καὶ γιὰ ἀργότερα, ὅταν τυχὸν παρουσιασθῇ ἀμέλεια καὶ ἀδράνεια.
Εἶναι πραγματικὰ ἀπαράδεκτο καὶ ἐπικίνδυνο νὰ ἀποχαυνωθῇ ὁ παλαιστὴς μόλις δυσκολέψει ἡ πάλη, καί ὑπάρχει βέβαια κίνδυνος νὰ νικηθεῖ ἀπό τὸν ἐχθρό.
Ἂς ἀγωνιζόμεθα μὲ χαρὰ καὶ μὲ φόβο στὸν καλὸν ἀγώνα, χωρὶς νὰ φοβούμεθα τοὺς ἐχθρούς μας. Διότι αὐτοὶ παρατηροῦν τὴν ὄψι τῆς ψυχῆς μας, ἔστω καὶ ἂν ἐμεῖς δὲν τοὺς βλέπωμε. Καὶ ὅταν ἰδοῦν τὴν ὄψι τῆς ψυχῆς μας ἀλλαγμένη ἀπὸ τὸν φόβο, τότε ἐπιτίθενται δριμύτερα ἐναντίον μας, ἐπειδὴ ἀντελήφθηκαν οἱ δόλιοι ὅτι φοβηθήκαμε.
Ἂς τρέξωμε γοργά καί πρόθυμα, συναισθανόμενοι ὅτι μᾶς ἐκάλεσε ὁ Ἴδιος ὁ Θεὸς, γιά νά μήν εὑρεθοῦμε χωρὶς καρποὺς τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου μας καὶ θὰ πεθάνωμε ἀπὸ τὴν πεῖνα.
Ἂς κοπιάσωμε μὲ ζῆλο, ὅσο εἴμαστε νέοι, ἂς τρέξωμε γρήγορα, διότι ἡ ὥρα τοῦ θανάτου εἶναι ἄγνωστη.
Ἂς ἀγαπήσωμε τὸν Κύριον, ὅπως ἀγαποῦμε καὶ σεβόμεθα τοὺς φίλους μας. Εἶδα πολλὲς φορὲς ἀνθρώπους ποὺ ἐλύπησαν τὸν Θεὸν καὶ δὲν ἀνησύχησαν καθόλου γι᾿ αὐτό. Ὅταν ὅμως συνέβη νὰ πικράνουν ἀγαπητά τους πρόσωπα, ἔστω καὶ σὲ κάτι μικρό, ἔκαναν τὸ πᾶν, ἐχρησιμοποίησαν κάθε τέχνασμα, ἐσκέφθηκαν κάθε τρόπο, ὑπεβλήθησαν σὲ κάθε θλίψι, ὡμολόγησαν τὸ σφάλμα τους, καὶ παρεκάλεσαν εἴτε αὐτοπροσώπως εἴτε μὲ φίλους εἴτε μὲ δῶρα, προκειμένου νὰ ἀποκαταστήσουν τὴν πρώτη ἀγάπη τους.
Πρόσφερε μὲ προθυμία στὸν Χριστὸν τοὺς κόπους τῆς νεότητός σου καὶ πάντως τῆς μετανοίας σου καί θὰ ἀπολαύσης στὸ γῆρας σου πλοῦτον ἀπαθείας. Αὐτὰ ποὺ συναθροίζονται στὴν νεανικὴ ἡλικία τρέφουν καὶ παρηγοροῦν κατὰ τὸ γῆρας, ὅταν ἔχουμε ἐξασθενήσει.

Ἀπό τόν Πρῶτο Λόγο τοῦ Ἁγίου Ἰώννου τῆς Κλίμακος
Διασκευή π. Γεώργιος Καλαντζῆς